ΠΡΟΣΩΠΑ

ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΤΥΜΒΟΥ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΓΕΡ. ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΥ ΑΡΘΡΑ-ΔΟΚΙΜΙΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗ ΔΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΑ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ. ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 12ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 15ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 13ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 15ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΛΟΓΟΤΡΟΠΙΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ-ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΜΥΘΟΙ & ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ Ο ΚΥΝΙΚΟΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟ 1821 ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΑΧΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΙ ΠΟΙΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ-ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΗΡΩΙΚΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΤΟΥ 1821 ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΤΕΧΝΕΣ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΗ-ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΕΧΝΗ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΠΩ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΦΩΤΟΘΗΚΗ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ-ΤΕΧΝΙΚΕΣ

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Ὁ τέκτονας καὶ θεόσοφος Νίκος Καζατζάκης

Γράφει Δημήτρης Τσινικόπουλος,
Νομικς μ σπουδς Φιλοσοφίας-Θεολογίας κα συγγραφέας

Μεταφυσική τς νταρσίας
π τν πλευρ τν μελετητν τώρα, κα πέρα π φανατισμούς, ν Καζαντζάκης ναγνωρίζεται ς «διανοούμενος πο θεολογε περισσότερο π λους τούς λληνες διανοούμενους» (Μ. Αγέρης), «μοναδικς λληνας λογοτέχνης πο δωσε στ ργο του τόση θέση στν Θε κα τν Χριστ πο οτε Παπαδιαμάντης δν δωσε» (Π. Χάρης) κα « θρησκευτικώτερος λων τν συγγραφέων» (Κ. Τσάτσος), λάχιστοι χουν σχοληθε μ τος π μέρους φιλοσοφικος κα μεταφυσικος προβληματισμούς του, πως δέα τς πικράτησης το κοινωνικο Χριστιανισμο, τ πρόβλημα συνύπαρξης καλο κα κακο, λληλενέργεια…


Θεο κα κόσμου, τ πρόβλημα τς θεοδικίας κ.. Ο περισσότεροι σχολήθηκαν κυρίως μ τ χριστολογία το Καζαντζάκη, όπως ατ μφανίζεται στ μυθιστορήματά του, ετε γι ν τν πικρίνουν ετε γι ν τν πικροτήσουν. κόμη περισσότερο, λίγοι καναν τν κόπο ν μπον πι βαθι κα ν ναζητήσουν τς ρίζες τν θρησκευτικν του δεν πο ντανακλνται στ ργα του. Βέβαια, θρησκευτικ εκονοκλασία του, ντικληρικαλισμς μετα-χριστιανικότητα το Καζαντζάκη, πως τ χαρακτήρισαν μερικοί, χουν δη πισημανθε π πολλούς, πως πίσης ο πιδράσεις πο δέχτηκε π τ ργο το Δαρβίνου, το Φρόιντ, το Μπερξν κα φυσικά το Νίτσε, πο ο σκέψεις τους χάραξαν βαθι τ ζωή του.

λληνες μελετητς το ργου του, πως Ν. Ματσούκας ( Ελληνική Παρόδους τν Καζαντζάκη, 1989) κα Θ. Δετοράκης ( Καζαντζάκης κα τ Βυζάντιο, περιοδικό Παλίμψηστο τ. 4) ρθ πεσήμαναν τι στ βιβλία του παρουσιάζονται πολλ στοιχεα τς λληνορθόδοξης παράδοσης, ν ξένοι πως ο D. Middleton κα P. Bien (God’s Struggler: Religioninthe Writingsof N. Kazantzakis, 1996) χουν ν πον σως περισσότερα φενς γι τ θρησκευτικότητά του κα τ «θεολογία τς πάλης», φετέρου γι τ θρησκευτικ ντικομφορμισμ κα τ «μεταφυσική τς νταρσίας», πως χαρακτηρίζουν τ σκέψη του.

στόσο, ο μέχρι σήμερα μελέτες γενικ εναι νεπαρκες, γιατί δν ξηγούν πό πο ντλε Καζαντζάκης να μεγάλο μέρος τν τερόκλητων κα φαινομενικ ντιφατικν κα προκλητικν δεν του. Θ μποροσε βέβαια κάποιος ν σχυριστε τι εναι καθαρ «καζαντζικς» προέλευσης, δηλαδ προσωπικς πεποιθήσεις. Κα πράγματι εναι.

μεταφυσική του σχεδία εναι πολυφωνικ λλά ο ρίζες τν δεν του θά πρέπει ν ναζητηθον λλο κα κυρίως στς πιδράσεις πο δέχτηκε π τν νταξή του στον λευθεροτεκτονισμό και τς μελέτες το στη Θεοσοφία, να πεδίο πού, πως ρθ πισημαίνει μελετητς το ργου του Βρασίδας Καραλής, παραμένει μέχρι σήμερα νεξερεύνητο.




παφ μ τν Τεκτονισμ

φιλοσοφικ ναζήτηση το Καζαντζάκη ξεκίνησε πολ νωρίς, ταν σ λικία 26 τν, χοντας πάρει τ πτυχίο τς Νομικς Σχολς, φεύγει π τν λλάδα κα πηγαίνει στ Παρίσι, τ 1907, γι ν παρακολουθήσει μαθήματα φιλοσοφίας π τν Μπερξόν. Ταυτόχρονα μελετ τ ργο το Νίτσε καί λίγα χρόνια μετ γράφει τ διδακτορική του διατριβή Φρειδερίκος Νίτσε ν τ φιλοσοφί τν Δικαίου κα τς Πολιτείας, γι ν νομαστε φηγητς στ Πανεπιστήμιο θηνν, στν δρα τς Φιλοσοφίας το Δικαίου.

Στ Παρίσι μένει μέχρι τ 1909 κα στ συνέχεια πιστρέφει στν λλάδα. δ ξεκινάει μία περιπλάνηση μ σκοπ ν γνωρίσει λες τς γωνις τς λληνικς γς κα τ 1914 πισκέπτεται μ τον γγελο Σικελιανό τό γιον ρος. γνωριμία του μ τν Σικελιαν θ σταθε καθοριστική, φο τσι ρχεται γι πρώτη φορ σ παφ μ τις θεοσοφικς δέες, πο εχαν μεγάλη πήχηση σ πολλος διανοούμενους κείνης τς ποχς. Μέσα π τ Σικελιανό, πο ταν βαθς γνώστης τς Θεοσοφίας, Καζαντζάκης νακαλύπτει ναν καινούριο κόσμο, νέες δέες (κυρίως το θεοσοφικ συγκρητισμό), ο ποῖες καὶ εἶχαν ἄμεση ἐπίδραση στὸ ἔργο του.

Ἔτσι, τὸ 1921 πηγαίνει στὴ Βιέννη καὶ μελετᾶ τὶς μεγάλες θρησκεῖες τοῦ κόσμου καὶ ἰδιαίτερα το Βουδισμό. Ἡ ἐνασχόλησή του αὐτή, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴ γνωριμία του μὲ τον Κομμουνισμό, τὴν περίοδο 1922-24 ποὺ βρισκόταν στὸ Βερολίνο, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ἡ μέχρι τότε ἰδεολογία του, ποὺ ἦταν κατὰ βάση ἑλληνοκεντρική, νὰ ἀποκτήσει πλέον ἕναν πιὸ οἰκουμενικὸ χαρακτήρα.

Σ’ αὐτὸ τὸ κλίμα ἀναζήτησης τὸ 1926 ἐπισκέπτεται τοὺς μοναχούς τοῦ Σινᾶ καὶ τοῦ Θιβέτ, ὅπως ἐπίσης τὴν Κίνα καὶ τὴν Ἰαπωνία, γιὰ νὰ γνωρίσει ἀπὸ κοντὰ αὐτοὺς τοὺς μεγάλους πανάρχαιους πολιτισμούς.

Τὴν ἴδια περίοδο πηγαίνει γιὰ λίγο στὴ Γαλλία καὶ σύμφωνα μὲ ὁρισμένα στοιχεία μυεῖται στὸν Τεκτονισμό. Τὸ ὅτι ὁ Καζαντζάκης ὑπῆρξε τέκτονας εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὰ λεγόμενα τοῦ φίλου του, συγγραφέα Παντελῆ Πρεβελάκη, ὁ ὁποῖος ὅμως λανθασμένα ἀναφέρει ὅτι ὁ Καζαντζάκης εἶχε μυηθεῖ σὲ Στοὰ τῆς Ἀθήνας τὸ 1907. Τὴν ἴδια πληροφορία μεταφέρει καὶ ὁ Κυριάκος Μητσοτάκης (Ὁ Καζαντζάκης μιλεῖ γιὰ τὸν Θεό, σελ. 53) μὲ τὴν παρατήρηση ὅτι «δὲν γνωρίζουμε τίποτε ἄλλο γιὰ τὴν τεκτονική του σταδιοδρομία, ἂν ἀνέβηκε σὲ ἀνώτερα δηλαδὴ στάδια καὶ ἂν παρακολουθοῦσε τεκτονικὲς ἐργασίες γιὰ πολλὰ χρόνια». Γιὰ τὸ ἴδιο θέμα, ἡ Ἕλλη Ἀλεξίου μνημονεύει τίς τρεῖς τελείες στήν ὑπογραφὴ τοῦ Καζαντζάκη στὸ γνωστό της βιβλίο «Για νὰ Γίνει Μεγάλος».

πίσης εἶναι γνωστὸ ὅτι σὲ ἐπιστολόχαρτά του ὁ Καζαντζάκης εἶχε τυπώσει τόν οὐροβόρο ὄφι, ἕνα ἀπὸ τὰ σύμβολα τῆς Θεοσοφίας καὶ μέσα στὸν κύκλο τὸ ψευδώνυμό του Πέτρος Ψηλορείτης μέ τὴ φράση «ἐν τὸ πᾶν», ἐνῶ στήν Ὀδύσσειά του (Β” στίχ. 811-813) μνημονεύει τη σβάστικα, γνωστὸ ἀποκρυφιστικὸ σύμβολο ποὺ ἔχει τὴν καταγωγή της στὴν ἀρχαία ἰνδικὴ θρησκεία.

Τὴ δεκαετία τοῦ ’30, ἐνῶ βρισκόταν στὴν Ἑλλάδα, ὁ Καζαντζάκης ὑπέβαλε αἴτηση μύησης στὴ Στοὰ τῆς Θεσσαλονίκης Μεγας Ἀλέξανδρος, ἡ ὁποία ὅμως ἀπορρίφθηκε, γιατί ὁ ἴδιος δήλωνε ἄθεος, κάτι ποὺ ἀντιβαίνει μία ἀπὸ τὶς θεμελιώδεις ἀρχὲς τοῦ Τεκτονισμοῦ, ποὺ εἶναι ἡ πίστη στὸν Θεό. Βέβαια, ἡ ἄποψή του αὐτὴ δὲν εἶχε ἀποτελέσει ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἔνταξή του πρὶν λίγα χρόνια σὲ γαλλικὴ Στοά, γιατί ὁ γαλλικὸς Τεκτονισμὸς στὴ συντριπτική του πλειοψηφία ἔχει διαγράψει ἀπὸ τὶς βασικές του ἀρχὲς τὴν πίστη στὸν Θεό.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶχε -ἀπὸ πολὺ παλιὰ- ὡς ἀποτέλεσμα οἱ τεκτονικὲς δυνάμεις τῶν ἄλλων κρατῶν νὰ μὴν ἀναγνωρίζουν πλέον τὸ γαλλικὸ δόγμα καὶ νὰ θεωροῦν τὶς Στοὲς ποὺ ἐργάζονται ὑπὸ τὴν αἰγίδα του ὄχι κανονικὲς ἀλλὰ «ἄτακτες», δηλαδὴ ἐκτὸς κανονικῆς τάξης. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί δὲν ἀναγνώρισε ἡ ἑλληνικὴ Στοὰ τὴν τεκτονικὴ ἰδιότητα τοῦ Καζαντζάκη ποὺ εἶχε ἀποκτήσει στὴ Γαλλία καὶ φυσικὰ ὁ λόγος ποὺ ἀρνήθηκε νὰ τὸν δεχθεῖ ἔστω ἐξαρχῆς, ὡς νέο μέλος, λόγω τῶν πεποιθήσεών του. Παρὰ τὴ μικρή του ἐμπλοκὴ μὲ τὸν Τεκτονισμὸ -δὲν πρέπει νὰ ξεπέρασε τὸ βαθμὸ τοῦ Ἑταίρου- οἱ ἰδέες τοῦ Τεκτονισμοῦ καὶ κυρίως ὁ οὐμανιστικός του χαρακτήρας ἐπηρέασαν βαθιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Καζαντζάκη.



Ἡ Ἐπίδραση τῆς Θεοσοφίας

Τί ἀποκόμισε λοιπὸν ὁ Καζαντζάκης ἀπὸ τὴ θητεία του στὸν Τεκτονισμὸ καὶ τὸ συγχρωτισμό του μὲ τὴ θεοσοφική σκέψη;

Πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὴν τάση του γιὰ το θρησκευτικὸ συγκρητισμό, ὅπως φαίνεται στην Ἀσκητική, ἀλλὰ κυρίως τὴν ἀντίληψη ὅτι ὀΘεὸς ἐμφανίζεται μὲ διάφορα πρόσωπα, ἀνάλογα τὶς τοποχρονικὲς συνθῆκες, ἄλλοτε ὡς Ἀλλάχ, ἄλλοτε ὡς Βούδας, Θεός, Βράχμα, Ρά, Διόνυσος, Δίας, Γιαχβέ κ.ἂ., ὅπως καὶ τὸν παρουσιάζει στὰ βιβλία του. Γιὰ τὸν Καζαντζάκη δὲν ἔχει σημασία ἡ μορφὴ ἀλλὰ τὸ ὅτι ὑπάρχει Θεὸς καὶ ἐμφανίζεται μὲ διάφορα πρόσωπα. Ἀκόμη, γιὰ τὸν ἴδιο, Θεὸς εἶναι ἡ ζωτικὴ ὀρμή τοῦ Ἠράκλειτου ἢ τό elan vital τοῦ Μπερξόν. Ὁ Θεὸς βρίσκεται μέσα στὴ ζωή, στὸν ἄνθρωπο, καὶ μάχεται γιὰ τὴ δική του σωτηρία.

Ἡ σχέση του μὲ τὴ θεοσοφία τὸν ὁδήγησε στη μελέτη τοῦ Βουδισμοῦ και τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν. Χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς ἐπίδρασης εἶναι τὸ γεγονὸς πὼς δημοσίευσε τὸ πρωτόλειο ἔργο του Όφις καὶ Κρίνος μέ τὸ ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή, ὅπου σύμφωνα μὲ τὴν ἰνδουιστικὴ παράδοση Κάρμα εἶναι ὁ νόμος τῆς σχέσης τοῦ αἰτίου καὶ τοῦ αἰτιατοῦ (ὅ,τι σπέρνει ὁ ἄνθρωπος αὐτὸ θερίζει) και Νιρβάνα ἡ κατάσταση τῆς ἀπόλυτης ἀνάπαυσης στὴν ὁποία φθάνει ὁ ἄνθρωπος ὕστερα ἀπὸ συνεχεῖς μετενσαρκώσεις μὲ σκοπὸ τὴν τελειοποίησή του. Ἐπίσης στὰ μυθιστορήματά του συχνὰ παρεμβάλει μικρὲς ἱστορίες καὶ παραμύθια ἀνατολίτικης προέλευσης, στὰ ὁποῖα μάλιστα φαίνεται καὶ ἡ υἱοθέτηση κάποιων ἀπόψεων σούφικης προέλευσης.

Ἕνα ἄλλο σημαντικὸ στοιχεῖο εἶναι οἱ ἀντιλήψεις του περὶ καλοῦ καὶ κακοῦ καὶ γιὰ τὰ στάδια ἐνοποίησης καὶ συγχώνευσης καλοῦ-κακοῦ. Τὸ κακό, ὅπως συνήθως τὸ ἐννοοῦμε, δὲν ὑπάρχει. Γιὰ τὴν ἄποψή του αὐτὴ εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ ἑξῆς ἀπόσπασμα ἀπὸ την Ἀσκητική: «Δὲν πολεμοῦμε τὰ σκοτεινά μας πάθη μὲ νηφάλια, ἀνεμικιά, οὐδέτερη, πάνω ἀπὸ τὰ πάθη ἀρετή. Παρὰ μὲ ἄλλα σφοδρότερα πάθη. Ἀφήνουμε τὴ θύρα μας ἀνοιχτὴ στὴν ἁμαρτία». Πίστευε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀγωνιζόμενος μεταστοιχειώνει τὴν ὕλη σὲ πνεῦμα καὶ αὐτομυούμενος φτάνει στὸ ἀνώτατο σημεῖο τελειοποίησης. Συχνὴ εἶναι ἡ ἀναφορὰ στὰ ἔργα του τῆς φράσης: «Θεέ μου, κᾶνε με Θεὸ» (Ὀδύσσεια Ξ” στίχ. 210-212, Συμπόσιο σελ. 48, Ὁ Τελευταῖος Πειρασμός σελ. 152, 273).

Ὅπως καὶ οἱ θεοσοφιστές, ἀρνιόταν νὰ δεχτεῖ ὅτι ὑπάρχει κόλαση, ἄσχετα ἂν τὴ μνημονεύει συχνὰ στὰ μυθιστομήματά του, βάζοντας τοὺς ἥρωές του νὰ λένε φράσεις γιὰ τὸν παράδεισο καὶ τὴν κόλαση. Παράλληλα ὁ Καζαντζάκης πίστευε ὅτι ὁ Θεὸς «κρατάει σφουγγάρι καὶ ὅτι ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ θὰ σωθοῦν καὶ ὁ Σατανᾶς ὁ ἴδιος» (Ὁ Φτωχούλης τοῦ Θεοῦ, σελ. 318).



Ὁ Ἰούδας καὶ οἱ Ἄλλοι Ἀντιήρωες

Μία ἀξιοσημείωτη παράμετρος στὸ ἔργο του εἶναι ὅτι πρόσωπα ἀνταρτῶν καὶ ἐπαναστατῶν τὰ παρουσιάζει ὡς ἥρωες ἢ ἅγιους, κάτι ποὺ καὶ ἡ Θεοσοφία ἀναγνωρίζει σὲ μυθικὲς μορφὲς ὅπως ὁ Δαθᾶν, ὁ Ἀβιρῶν, ὁ Κάιν, ὁ Ἰούδας κ.ἂ. Εἰδικὰ τὸν Κάιν, ὁ Καζαντζάκης, ὅπως καὶ ὁ πολὺ παλαιότερός του Λόρδος Μπάιρον, τὸν ἐκθειάζει: «Ὁ Κάιν, αὐτὸς ὁ ἀπελπισμένος καὶ περήφανος. Τὸν ἀγαπῶ, ὡς ἀγαποῦμε ὅ,τι μᾶς μοιάζει» (Ε. Ἀλεξίου, Γιὰ νὰ Γίνει Μεγάλος, σέλ. 138).



Ὅσον ἀφορᾶ τὸν Ἰούδα, εἶναι γνωστὸ ὅτι παίζει ἡγεμονικὸ ρόλο στὰ μυθιστορήματά του καὶ ἰδιαίτερα στον Τελευταῖο Πειρασμό. Ὅπως καὶ οἱ ἀρχαῖοι Γνωστικοὶ, ὁ Καζαντζάκης ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα εἶναι μία θεϊκὴ ἀποστολή. Τὸν θεωρεῖ συνεργάτη τοῦ Ἰησοῦ στὴ σωτηρία τοῦ κόσμου καί ἐμφανίζει τὸν Χριστὸ νὰ παρακαλεῖ τὸν Ἰούδα νὰ πάει στοὺς Φαρισαίους νὰ τὸν προδώσει, ἔργο ποὺ γιὰ τὸν συγγραφέα εἶναι πολύ βαρύτερο ἀπὸ τὴ σταύρωση τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ (Ὁ Τελευταίος Πειρασμός, σελ. 423. 437).

Ὅπως καὶ ἡ ἱδρύτρια τῆς Θεοσοφίας Ἐ. Μπλαβάτσκι, ὁ Καζαντζάκης πίστευε ὅτι τὰ Εὐαγγέλια εἶναι παραποιημένα καὶ ἔπρεπε κάποιος νὰ τὰ ἀποκαταστήσει. Ὁ ἴδιος ἔγραφε ὅτι προσπαθοῦσε «νὰ ξανασαρκώσει τὴν οὐσία τοῦ Χριστοῦ, παραμερίζοντας τὶς σκουριές, τὶς ψευτιὲς καὶ τὶς μικρότητες ποὺ τὸν φόρτωσαν καὶ τὸν παραμόρφωσαν ὅλες οἱ Ἐκκλησίες καὶ ὅλοι οἱ ρασοφόροι τῆς Χριστιανοσύνης».

Στὴν προσπάθειά του αὐτὴ μελέτησε πολλὰ ἀπόκρυφα Βιβλία τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, ἀπ” ὅπου ἄντλησε πολλὰ στοιχεῖα ποὺ τὰ θεωροῦσε ἂν ὄχι περισσότερο, τουλάχιστον ἐξίσου ἀξιόπιστα μὲ αὐτὰ τῆς Βίβλου. Γιὰ τον Τελευταῖο Πειρασμό, τὸ πολύκροτο αὐτὸ ἔργο, ἡ σύζυγός του Ἑλένη Καζαντζάκη σὲ συνέντευξή της στὴν ἐφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (21.1.96) ἀναφέρει ὅτι ὁ Καζαντζάκης ἄντλησε τὸ ὑλικό του ἀπὸ τά Ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια.

Ὁ Καζαντζάκης ἀσπαζόταν τὴν ἄποψη -διαδεδομένη στοὺς κύκλους τῶν τεκτόνων καὶ θεοσοφιστῶν- ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶχε μαθητεύσει κοντὰ στους Ἐσσαίους. Τέλος, πίστευε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν ἄνθρωπος ποὺ εἶχε μέσα του τὸν Θεό, ἀκριβῶς ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι.

Γιὰ τὸν Καζαντζάκη ὅλοι εἴμαστε ἐν δυνάμει θεάνθρωποι, ὅλοι ἔχουμε μέσα μας τὸ θεῖο καὶ μὲ τὸν ἀγώνα καὶ τὴν προσωπικὴ ἄσκηση ὑπάρχει ἡ δυνατότητα νὰ ἀποκτήσουμε ἴσως κάποτε τὴ θεία ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ φτάσουμε στὴ θέωση. Τὴν ἴδια ἄποψη ὑπογραμμίζει καὶ ὁ Ρούντολφ Στάινερ, ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἀνθρωποσοφίας, ποὺ ἀναφέρει: «Γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀναγνωρίσει τὴ θεία τους φύση, ὁ Ἰησοῦς καὶ ὁ Βούδας εἶναι μυημένοι μὲ τὴν πλέον ὑψηλὴ ἔννοια. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἕνας μυημένος μέσω τῆς ἐγκατοίκησης τῆς ὕπαρξης τοῦ Χριστοῦ μέσα του…» (Ἀρχαία Σοφία καὶ Χριστιανισμός, σελ. 108-110).

Ἔτσι, καὶ στὸν Καζαντζάκη, ὁ ἄνθρωπος ἔχει μέσα του τὸν Θεὸ ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀγωνιστεῖ γιὰ νὰ τὸν σώσει. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς χρειάζεται βοήθεια, γι” αὐτὸ καὶ ἡ Ἀσκητική του ἔχει τὸν ὑπότιτλο Salvatores Dei, δηλαδή Σωτῆρες τοῦ Θεοῦ.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἄρθρο «Ὁ Τέκτονας καὶ Θεόσοφος ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ» τοῦ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΙΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ, στό περιοδικὸ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ τεῦχος 1ο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...