ΠΡΟΣΩΠΑ

ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΤΥΜΒΟΥ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΓΕΡ. ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΥ ΑΡΘΡΑ-ΔΟΚΙΜΙΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗ ΔΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΑ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ. ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 12ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 15ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 13ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 15ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΛΟΓΟΤΡΟΠΙΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ-ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΜΥΘΟΙ & ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ Ο ΚΥΝΙΚΟΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟ 1821 ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΑΧΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΙ ΠΟΙΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ-ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΗΡΩΙΚΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΤΟΥ 1821 ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΕΧΝΕΣ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΗ-ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΕΧΝΗ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΠΩ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΦΩΤΟΘΗΚΗ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ-ΤΕΧΝΙΚΕΣ

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

Γλώσσα Μου Ελληνική!

του ΩΑ
Η Eλληνική μας γλώσσα δέν δόθηκε στούς ανθρώπους της από κάποιον θεό ή άνθρωπο ή μέγα νομοθέτη ή εξωγήϊνο αλλά, είναι γέννημα θρέμμα τών ανθρώπων πού έζησαν στόν συγκεκριμένο τόπο μας, όπου επί εκατομμύρια χρόνια τήν διαμόρφωσαν, ζυμώνοντας, πλάθοντας καί σφυρηλατώντας τούς φθόγγους, τούς οποίους εκφωνούσαν οι ίδιοι λόγω αισθημάτων ή συναισθημάτων τους, μέ τούς ήχους πού άκουγαν από τά στοιχεία της φύσης, τά ζώα καί τά εργαλεία τους.

Eίναι γέννημα θρέμμα τών Ιθαγενών Γηγενών Αυτοχθόνων Ελλόπων, θηρευτών, τροφοσυλλεκτών, καλλιεργητών έλλογων Ελλήνων ον-νθρώπων, (όντων) ανθρώπων. Το καταμαρτυρούν δεκάδες χιλιάδων ευρήματα ανά τόν Κόσμο (κρυμμένα τεχνηέντως από τήν καθεστηκυία τάξη), τό μαρτυρά κραυγάζοντας νηφάλια η Ελληνική Μας γραμματεία, όση έχει διασωθεί από τότε πού πάτησαν μέ τά βρομερά τους ξεροπόδαρα καί τά αιματόβρεχτα ξίφη τους οι Ρωμαϊκές λεγεώνες, τήν Ιερή μας Μεσόγειο, ότι απέμεινε από την ανίερη παυλοβυζαντινοχριστιανική ιουδαϊκή λαίλαπα και από τις ορδές των ρασοφόρων καλογήρων, δεσποτάδων της. Εδώ, λοιπόν, στον ΙΕΡΟ Μας ΤΟΠΟ είναι ολοφάνερο ότι κάποτε, πρίν τόν Όμηρο, κάποιες γενιές Ελλήνων, μέ τάξη, λογική καί καλλιτεχνική έφεση μάλιστα, διαμόρφωσαν τό λογοτεχνικό-επικοινωνιακό αυτό εργαλείο πού λέγεται Ελληνική γλώσσα, μιά γιά ΠΑΝΤΑ.

Και ενώ οι περισπούδαστοι γραμματικοί, φιλόλογοι (καί σημερινοί πτυχιούχοι καί άρα εν δυνάμει αυτόκλητοι μονοπωλιακοί ιδιοκτήτες τού λόγου! φλεγματικοί, συμπλεγματικοί, αυτάρεσκοι, νάρκισσοι, εγωϊστές, αλαζόνες, υπερφίαλοι) καί ερευνητές, τακτοποίησαν αρκούντως τά δομικά της θέματα, στά ζητήματα τής ετυμολογίας δέν πέτυχαν ανάλογες επιδόσεις. Αντιθέτως μάλιστα κατάφεραν νά τά περιπλέξουν καί νά τά συσκοτίσουν σέ αξιοπερίεργο βαθμό.

Το θέμα ξεκίνησε νά τό ανασκάπτει πρώτος ο Πλάτων στόν διάλογό του «Κρατύλος» ή «Περί ονομάτων ορθότητος λογικός». Οι ανερμάτιστες, όμως, καί αβάσιμες απόψεις πού διατυπώνονται εκεί, όπως τού Ερμογένη ότι, «όποιο όνομα δώσει κανείς σέ κάποιο πρόσωπο ή πράγμα είναι τό ορθόν», ή τού Κρατύλου ότι «κάποια ανώτερη δύναμη έδωσε στά πράγματα τά ονόματα», στιγμάτισαν ανεξίτηλα τήν επιστήμη τής ετυμολογίας.

Ο Ελβετός γλωσσολόγος Saussure, πού θεωρείται θεμελιωτής (;) τής σύγχρονης γλωσσολογίας, αναμασώντας τήν άποψη του Ερμογένη, υποστηρίζει ότι «η σχέση μεταξύ τού ονόματος καί τού πράγματος (σημαίνοντος καί σημαινομένου) είναι αυθαίρετη». Αυτά λέει ο αυθαίρετος ο Ελβετός «γλωσσολόγος» και πρέπει εμείς οι γνωστικοί -οι πλείονες εν ελλάδι αφελείς ευρωλιγούρηδες ξενομανείς- να τόν πιστέψουμε! πρρρίτς!

Τέλος, η ιστορία αυτή έγινε «κουλουβάχατα» μέ τήν λαθραία είσοδο στό προσκήνιο τής εντελώς αβάσιμης, αστήρικτης καί μετέωρης θεωρίας περί Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, όταν ουδείς! μά ουδείς γνωρίζει τό παραμικρό περί ινδοευρωπαϊκής φυλής ή ανάλογου λαού. Τό πυροτέχνημα αυτό, τήν σαπουνόφουσκα αυτήν εκτόξευσε από τό ρύγχος μαζί μέ την δολερή πένα και σάλια του, ο φακιδιάρης Άγγλος δικαστής καί ανατολιστής Ουίλλιαμ Τζώνς τό έτος 1784, μέ τά γνωστά ολέθρια αποτελέσματα έκτοτε, όπως έκαμε και την 19ην -06- 2016 ο ανιστόρητος και μάλλον ανισόρροπος αρθρογράφος (κρίμα δεν συγκράτησα τ΄ όνομά του) πού ισχυρίστηκε ότι οι λέξεις Δάφνη, Θάλασσα, Ελαία, κλπ, δεν είναι Ελληνικές! εδώ μόνο κλαυσίγελως τού πρέπει, του ανόητου! Θού Κύριε τώ στόματί μου!


Κυρίως η γλώσσα(η λαλιά, ο λόγος, η ομιλία) ξεκινά τήν πορεία της από τό νεογέννητο βρέφος. Γεγονός πού ευτυχώς μπορεί να παρατηρήσει οιοσδήποτε, οπουδήποτε καί οποτεδήποτε. Είναι δέ άξιον απορίας πώς η επιστήμη τής γλωσσολογίας παρέλειψε νά μελετήσει, μέ τήν δέουσα προσοχή, τό σημαντικότατο αυτό δρώμενο, πού επισυμβαίνει συνεχώς γύρω μας;

Μόλις τό βρέφος εξέλθει από τόν κόλπο τής Μητέρας του, ξεφωνίζει ένα ατελείωτο αααα..., πού εκφέρει χωρίς καμμία προσπάθεια ή δυσκολία. Εάν εξαναγκαζόμασταν νά αναγνωρίσουμε μόνο μία ρίζα τής οποιασδήποτε γλώσσας, αυτή θά ήταν η ρίζα α- ΑΛΦΑ.

Στήν Ελληνική μας γλώσσα τό α-ΑΛΦΑ εκφράζει ποικίλα αισθήματα καί συναισθήματα όπως: θαυμασμό, έκπληξη, χαρά, θλίψη, περιέργεια, απελπισία, απογοήτευση, αγανάκτηση, υποψία, επιβράβευση, έναρξη, τέλος αναμονής κ.ά., μέ διαφορετική προσωδία σέ κάθε περίπτωση. Γιά τόν λόγον αυτόν γράφεται ψιλούμενον ή δασυνόμενον ή περισπώμενον. Αφομοιώνει όλα τά άλλα φωνήεντα, μετατρέπει σέ α τά φωνήεντα τών προηγουμένων καί επομένων συλλαβών, είναι προθεματικό, ευφωνικό, επιτατικό, αθροιστικό, μεγεθυντικό καί στερητικό. Μετέχει στίς περισσότερες πρωταρχικές ρίζες: βα-, γα-, δα-, ζα-, θα-, κα-, λα-, μα-, να-, ξα-, πα-, ρα-, σα-, τα-, φα-, χα-. Η Ελληνική μας γλώσσα τό ονόμασε άλφα εκ τών άρ-ω, αρ-αρ-ίσκω, αρ-χίζω (τόν λόγο), σύν τήν ρίζα φα- (φημί, φαίνω) η οποία δηλώνει τά τού λόγου. Ήταν δηλαδή άρ-φα καί γιά τό ευφωνικότερόν του, έγινε άλφα (ρ>λ).

Αυτά βεβαίως είναι «ψιλά» γράμματα γιά τούς σύγχρονους εγχωρίους συντηρητικούς ολετήρες συμβουλάτορες καί κολαούζους τύπου (μακαρίτη) κριαρά, τού τιτανοτεράστιου παραδεκτού από τό αλλοπρόσαλο σύστημα μπαμπινιώτη, του μασώνου ράλλη, του φτωχομπινέ καραμάν-αλή καί άλλων δεξιόστροφων, ή γιά τούς προοδευτικούς πασοκοεκσυχρονιστές σημίτηδες, τριανταφυλλίλιδηδες, τσολάκηδες τού απθ, δραγώνες, μπενιζελοσαμαράδες τής γνωστής –καί μή εξαιρετέας μισητής ράτσας τους. Όσο γιά τούς ερυθρούς ή τούς ρόζ πανουκλιάρηδες κουκουέδες;! εκεί τά πράγματα αποχτούν πλέρια δημοκρατικιά λευτεριά, καί αξιολογούνται μέ τά γαλλικά τής αξιοθρήνητης συνωστισμένης ρεπούση, σαπίζουν στήν σαπιοκοιλιά τού σημερινού (σας) αγράμματου υπουργού α-παιδείας φίλη ή λιάζονται στά μυαλά τού τρανού διεθνιστούλη ψευδοκουλτουριάρη λιάκου.

Τό αμέσως επόμενο φώνημα τού μικρού παιδιού είναι η συλλαβή μα. Δέν έχει κανείς παρά προφέροντας ένα μακρό ααα… νά ανοιγοκλείσει τά χείλη του, γιά νά ακούσει τό μα ή κρατώντας τα κλειστά, νά ακούσει τό μ. Τό πρώτο φωνητικό παιχνίδι τού παιδιού μέ τά χείλη του. Από τό μαμαμα…., λοιπόν τού βρέφους, ονομάσθηκε έτσι η μητέρα του. Ο άνθρωπος πού τό γέννησε (έτεξε) καί τό θρέφει, γι’ αυτό γράφεται η λέξη μαμμά με δύο μ. Αυτή βρίσκεται μαζί του τόν περισσότερο καιρό. Και επειδή η ίδια τό ταΐζει, εξ αυτού προέκυψαν χίλιες δυό λέξεις πού σχετίζονται μέ τήν τροφή (μαμ), όπως, μα-ζός, μα-στός, μα-σάομαι, μά-γειρος, α-μά-ω, μά-ω, μαι-μά-ομαι. Κατόπιν αφού κορεσθεί, μα-ίεται (=εξετάζει) τά πάντα γύρω του, διότι έχει έμφυτη τήν τάση νά μα-νθάνει.


Μετά τά ααα… καί μα, τό βρέφος προφέρει τό παπαπα…. Είναι η προφορά τού α αρχομένη μέ κλειστά τά χείλη καί πιεσμένον τόν αέρα εντός τών πνευμόνων καί τής στοματικής κοιλότητας. Από τό παπαπα…, λοιπόν προέκυψε τό πάππας, γι’ αυτό γράφεται μέ δύο π. Γιά τούς λόγους αυτούς στίς περισσότερες γλώσσες τού κόσμου παρομοίως, ονομάζονται οι γονείς τού παιδιού. Πα όμως ακούγεται καί όταν κτυπάμε κάτι, πα-ίω, πή-ω (α>η), πάταγος, πέ-τομαι (α>ε).

Η επόμενη συλλαβή πού εκφωνεί τό παιδί, μετά τίς μα καί πα, είναι συνήθως η ντάντά…, στήν οποία συμμετέχει γιά πρώτη φορά η γλώσσα καί καθόλου τά χείλη. Το νήπιο συνεχώς φωνασκεί, ατακτεί ,γκρινιάζει και κάνει ζημιές. Τότε η μάμμα τό κτυπά ελαφρώς, συνήθως στήν παλάμη, λέγοντάς του ντά-ντά. «Τί σού έκανε η μαμά;», «νταντά» _νταντά =η παιδοτρόφος ή η τροφός στερουμένου, γιά κάποιους λόγους, μαμμάς μωρού_ απαντά το μωρό. Μέ τόν τρόπον αυτόν λαμβάνει, λίγο μετά, τό παιδί (παιδεύω) τά πρώτα διδάγματα (νταντάγματα). Μάλλον γιά τόν λόγο αυτόν έχουμε αναδιπλασιασμό, στόν ενικό, τού ρήματος διδάσκω (δι - δά-ω). Η ρίζα τα- (ν-τα) καί εκ τού ήχου τού τύ-πτειν (α>υ) προκύπτει ( πα-τά-σσω, τύπτω, ου-τά-ω) καί παράγει εκατοντάδες λέξεις.

Οι αμέσως επόμενες συλλαβές, όπως η κα (ως καί εκ τού βηχός αναγκαστικώς εκφερόμενη διά τού ουρανίσκου) καί η λα (αποτέλεσμα κυρίως τής χρήσης τής γλώσσας) παράγουν χιλιάδες λέξεις, κακκάζω, κα-λέω, α-κο-ή (α>ο), α-χά (κ>χ), κα-ρτύνω, κα-ί, κά-ω, λά-λη, λά-σκω, λέ-γω (α>ε).

Ήδη, χωρίς μεγάλη δόση υπερβολής, έχουμε καταπιαστεί, άθελά μας!, σχεδόν μέ τό ήμισυ τών λέξεων τής Ελληνικής μας γλώσσας, τίς προερχόμενες από τίς ρίζες α-, μα-, πα-, τα-, κα- καί λα-. Όλες οι βασικές αυτές ρίζες, προφέρονται φυσικώς από τά νήπια, σχεδόν δίχως καμμία σοβαρή ακουστική διδασκαλία. Δέν είναι δυνατόν επομένως νά αντέξουν στήν κριτική απόψεις περί αυθαίρετης σχέσης μεταξύ σημαίνοντος καί σημαινομένου ή περί ανώτερης δύναμης, η οποία έδωσε τήν γλώσσα στούς ανθρώπους, όταν οι απόψεις αυτές εξανεμίζονται καί μόνον από τήν συμπεριφορά τού οποιουδήποτε νηπίου. Κι ας μήν ξεχνάμε ποτέ ότι, τό ανθρώπινο γένος έζησε γιά εκατομμύρια χρόνια σέ νοητικώς νηπιακή κατάσταση.

Ο αποπροσανατολισμός τής επιστήμης τής γλωσσολογίας φέρει όνομα: λέγεται φοινικο-ινδο-ευρωπαϊκο-σανσκριτικός. Τουλάχιστον όσον αφορά στά ζητήματα τής ελληνικής μας γλώσσας.  Ας εξετάσουμε μία περίπτωση: Στό λεξικό Liddell & Scott στήν λέξη αλώπηξ, διαβάζουμε: «Ο Pott παραβάλλει τό σανσκριτικό lopacas, ο εσθίων θνησιμαία. Ο Κούρτιος νομίζει ότι η ομοιότης είναι τυχαία καί ταυτίζει το αλώπηξ (τού α λαμβανομένου ως προθεματικού ευφωνικού) μέ τά λιθουανικά lape, lapucus (vulpes). Η λατινική λέξις vulpus δυνατόν νά είναι επίσης η αυτή μέ τάς ανωτέρω λέξεις, αν είναι δυνατόν νά έχη απολεσθή τό u εν τη ελληνική καί λιθουανική».

Πρώτα-πρώτα, η αλεπού δέν είναι πτωματοφάγος αλλά αρπακτικό πού τρέφεται κυρίως μέ αρουραίους, λαγούς, όρνιθες, πέρδικες καί άλλα Ζωντανά θηράματα πού συλλαμβάνει η ίδια. Καί αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν αυτά τά καταξιωμένα «ιερά τέρατα» τής ετυμολογίας, νά μήν πρόσεξαν καί νά μήν διερεύνησαν τήν περίπτωση τό α νά είναι προθεματικό καί τό υπόλοιπο η λέξη λώπη (= ιμάτιο), αφού καί αλωπός λέγεται η αλεπού. Όποιος έχει παρατηρήσει αλεπού χειμώνα καιρό, μέ τήν εντυπωσιακή γούνα της (οπότε τό α είναι επιτατικό) καί κατόπιν τό καλοκαίρι όταν αποβάλλει τό τρίχωμά της καί φαίνεται σάν γυμνή, δηλαδή δίχως τήν λώπη της (οπότε το α είναι στερητικό), αμέσως θά αντιληφθεί τόν λόγο γιά τόν οποίον ονομάστηκε αλώπηξ ή αλωπός τό ζώον αυτό.

Ο φοινικιστής ετυμολόγος, σπεύδει νά αποδώσει αμέσως τήν λέξη αραβόσιτος, στίς: Άραβ-ας, αραβ-ικός καί σίτος. Όμως, η αλήθεια βρίσκεται αλλού. Η λέξη προέρχεται από τίς αράδα καί σίτος, δηλαδή αραδόσιτος > αραβόσιτος (δ>β), διότι ο σίτος σπέρνεται χύδην, ενώ ο αραβόσιτος, κατά αράδες. Εισήχθη δέ από τήν κεντρική Αμερική τό 1500 μ.χ. Αυτό, λοιπόν, τό υδροβόρο φυτό παρατήρησαν φαίνεται, οι σπουδαρχήδηδες γλωσσολόγοι (παπαρολόγοι φοινικιστές) στίς άνυδρες καί καυτερές ερήμους τής όποιας Αραβίας τού μυαλού τους.

Η επιστήμη τής γλωσσολογίας καί τής ετυμολογίας, δέν είναι αρμοδιότητα τών ανθρώπων τής απομόνωσης τού γραφείου, τών σούσι, τών γκαλά, τών σελέμπριτις, των κίναιδων(ανώμαλων) «συγγραφέων» τύπου ταχτσή ή κουμανταρέα κλπ, των κολλαγόνων, τών δεξιώσεων, τών φουμέ υαλοπινάκων καί τών κλιματιστικών, χειμώνα –καλοκαίρι, στήν Χώρα τής Ευκρασίας, τού Ζωοδότη Ήλιου, τού καθαρού Αέρα καί τών γάργαρων νερών. Απαιτεί βασικές γνώσεις όλων τών επιστημών, καλή γνώση τών λειτουργιών τής Μάνας Φύσης καί μακρόχρονη διαβίωση μέσα σ’ αυτήν. Απαιτεί ζωή κατά Φύσει -Αξιοπρεπή- καί όχι ερμαφρόδιτη, κουνιστή, χλιδάτη, βουτορομπεμπεδίστικη, αυτήν τών Κολωνακίων ή τών Βορείων προαστίων.

Ζήτω η Ακαδημία Αθηνών, ζήτωσαν οι χλεμπονιάρηδες αλληλοβραβευμένοι θαμώνες της, οι ακαδημαϊκοί της «δάσκαλοι». Ό,τι έχει γίνει, όσον αφορά στήν επιστήμη τής ετυμολογίας, βασίστηκε καί εξακολουθεί νά βασίζεται στά πορίσματα τών ανθρώπων αυτού τού είδους, τών ανθρώπων τής πίσσας, τού τσιμέντου, τής μερέντας, τών μακντόναλτς, τών μίλνερ καί τής κοκακόλας. Γιά τούς ανθρώπους αυτούς, (τους απογειωμένους) εάν μία λέξη δέν θυμίζει κάτι από τήν σανσκριτική ή τήν φοινικική, αποτελεί μυστήριο καί βγάζουν μπιμπίκια. Τό αντίθετο ούτε κάν ώς ενδεχόμενο δέν τό συζητούν. Τέτοια επιστημοσύνη, τέτοια μυαλά, τέτοια φανατίλα, τόσο σκοτάδι!


Γιά τήν πλήρη άρση κάθε αμφιβολίας σέ ό,τι αφορά στήν ύποπτη δεοντολογία τών φοινικιστών, θά καταδειχτεί ένα ακόμη κραυγαλέο παράδειγμα γιά τήν λέξη χιών.
Γράφονται, λοιπόν, τά εξής: « Εκ τής ρίζας χι-, ήτις ουδεμία σχέσιν έχει πρός τήν χυ-, χεF-, χέω». Προσέξτε πόσο απόλυτοι καί κατηγορηματικοί είναι σέ κάτι, γιά τό οποίο ισχύει τό ακριβώς αντίθετο, όπως θά φανεί αμέσως. Χέω σημαίνει ρίπτομαι, επισωρεύομαι, υγροποιούμαι, τήκομαι, διαλύομαι. Ακριβώς όλη η ιστορία τού χιονιού, μέσα σέ μία καί μόνον Ελληνική λέξη. Σέ μία δηλαδή ξεκάθαρη, ολοφάνερη καί κραυγάζουσα καταγωγή, εγείρεται η πιό κατηγορηματική άρνηση. Τό ε σέ χιλιάδες περιπτώσεις μετατρέπεται σέ ι (βέομαι – βίος, έωντι – ίωντι, φωνέοι – φωνίοι, θεός – θιός, Κλέων – Κλίων, ρέων – ρίων). Καί συνεχίζουν τήν ύποπτη πιά καί αμαρτωλή ιστορία τους: «Σανσκρ. Him, hi- mas (nix, frigirous), hemantas (χειμών), Him-alaya (τά Ιμαλάϊα = οίκος χιονιού), Himavat (τό πεπροικισμένο διά χιόνος), τό όρος Imaus, Emodus. Λατιν. Hiems, hi- ber- nus. Ζενδ. Zim-a (hiems). Σλαυ. Zi-ma. Λιθ. ze-ma (hiems)… κ.λπ.». Προσέξτε καί τό κ.λπ.. Δηλαδή, εάν δέν αρκούν όλα αυτά, γιά νά καταπεισθείτε ότι η λέξη δέν προέρχεται εκ τού χέω, έχουμε κι άλλα στοιχεία πρός τούτο. Ποιά είναι αυτά; Θά παρατηρήσατε δέ ότι ήδη έχουν εισέλθει στό ύποπτο παιχνίδι τους καί τά Λατινικά, τά Ζενδικά, τά Σλαυϊκά καί τά Λιθουανικά. Σύμπασα η ευνουχισμένη «επιστημονική» κοινότητα πλήρης επιστημοσύνης! αποδίδει μέ λατινικούς ορισμούς, αλλά μέ Ελληνικότατες λέξεις – Ονομασίες, τά επιστημονικά της επιτεύγματα.(Ιατρική, Ψυχολογία, Βιολογία, Μαθηματικά, Αστρονομία, Οικονομία, κλπ, κλπ). Αδυνατούν νά αποδείξουν και να αποδεχθούν -φαίνεται- τό αυτονόητο, πώς η Γιαγιά τίκτει τήν Μάνα καί η Μάνα τήν Θυγατέρα – Εγγονή της.

Επίσης ύποπτο φαίνεται τό γεγονός, νά δηλώνεται ως άγνωστη η ρίζα σέ περιπτώσεις πού αυτή η ίδια, δέν δείχνει καμμία πρόθεση νά αποκρυφτεί. Παράδειγμα: η λέξη άνθραξ, η οποία παράγεται ξεκάθαρα από τά ανά + θέρω + άγω (μέλλ. άξ-ω), δηλαδή «αναθέραξ» > άνθραξ (μέ αποβολή τών α καί ε), διότι άγει ξανά τήν θερμότητα, αφού καί πρίν θερμάνθηκε γιά νά προκύψει από τό ξύλο.

Τό καθεστώς αυτό δυστυχώς παγιώθηκε στήν χώρα τής Ελλάδος μέ μουλαρίσιο πείσμα καί φανατικό γινάτι. Θα αναφερθεί πρός τούτο, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα νεοελληνικής αλλοφροσύνης καί καταλυτικής αλλοτριώσεως.

Ετυμολόγος αυτόκλητος, πάλαι ποτέ… μέ τό ψευδώνυμο Απελάτης, (ασφαλιστής πράκτωρ-παρουσιαστής) σέ τηλεοπτικό δίαυλο τής Θεσσαλονίκης, υπενθύμιζε συχνά ότι τό γράμμα άλφα προέρχεται από τό φοινικικό άλεφ, πού σημαίνει βόδι, διότι δέν υπάρχει ρίζα αλφ- στήν ελληνική, ενώ μυρικάζοντα δίποδα βόδια υπάρχουν άφθονα. Τού τηλεφώνησα, επισημαίνοντάς του, ότι εκτός τών αλφηστής, άλφιτον, αλφός, κ.λπ., υπάρχει καί τό αλφάνω, πού σημαίνει ευρίσκω, κομίζω, κτώμαι, φέρω, όπως καί τό αλφάζω πού σημαίνει νοώ, επινοώ. Πρίν δέ τελειώσω τήν τελευταία μου λέξη, μού απάντησε-αυθαίρετα- ότι «αυτά είναι μεταγενέστερα». Η αλήθεια είναι ότι, όταν τού τόνισα ότι στόν Όμηρο υπάρχει τό αλφάνω, ο άνθρωπος (ασφαλιστής πράκτωρ μάλλον ανθελληνικών συμφερόντων – παρουσιαστής) μού υποσχέθηκε πώς θά ασχοληθεί μέ τό ζήτημα καί θά μού απαντήσει σ’ επομένη εκπομπή. Σκοπίμως παρακολούθησα τίς επόμενες εκπομπές του, αλλά ουδείς λόγος έγινε περί τού ζητήματος αυτού, καί τά όποια δίποδα βόδια-εν Ελλάδι- εξακολουθούν περί τά άλλα νά μυρικάζουν, αλφαδιασμένα στούς καναπέδες, στά ντελίβερι μέ ουϊσκια καί ξηροκάρπια.

Σύμπασα, επίσης, η πανεπιστημιακή κοινότητα στην χώρα της Ελλάδος, είναι μολυσμένη από τήν φοινικοσανσκριτική ανωμαλία. Η κατάσταση δέ αυτή, λυπεί βαθιά κι αφόρητα τούς Ελληνιστές ανά τον κόσμο. Υπενθυμίζεται εδώ, η τετράκις υποβληθείσα πρόταση των Βάσκων Ευρωβουλευτών πρός τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, γιά τήν καθιέρωση τής Ελληνικής γλώσσας ως βασικής στήν Ε.Ε., μέ τήν καλλιτεχνική διατύπωση ότι «όταν μιλάμε γιά Ε.Ε. άνευ τής Ελληνικής γλώσσας, είναι σάν νά μιλάμε γιά χρώματα σέ τυφλούς». Εξήγησαν βεβαίως πιό πρίν, ότι, η πρότασή τους πήγασε από τήν γνώση, πώς όλες ανεξαιρέτως οι ευρωπαϊκές γλώσσες έχουν Μητέρα, τήν Ελληνική.

Σήμερα πού τά Ελληνόπουλα μαθαίνουν (μέ πιθαναγκασμό καί μέ σκληρή βία) νηπιόθεν, περισσότερο τήν αγγλική- καί άλλες ελληνικές διαλέκτους, ξοδεύοντας καί κατασπαταλώντας οι αφελείς γονείς τεράστια αστρονομικά ποσά κατ΄ έτος- απ’ ότι τή μητρικήν Ελληνικήν, ο αναλφαβητισμός πλανάται απ’ άκρου εις άκρον τής χώρας καί συμπορεύεται μέ τήν χυδαιότητα, τήν μετριότητα, τήν ανοησία, τήν ηλιθιότητα, τήν σχιζοφρένεια καί τό μνημόνιο,… μέ τήν εισαγωγή στά ΑΕΙ ή ΤΕΙ καί μέ βαθμούς κάτω από τήν βάση.

Παρ’ όλα αυτά η Ελληνική γλώσσα μας δέν διατρέχει σοβαρό κίνδυνο, διότι κατέστη υπόθεση τής παγκόσμιας κοινότητας τών νοημόνων ανθρώπων. Ο θειοφόρος Όμηρος, μέ τά άδεια μάτια του καί τό γεμάτο μυαλό, είναι Αθάνατος, επομένως καί η γλώσσα του (Μας), όπως καί τά παντοτινά μαρμάρινα σπαράγματα, καταχωμένα ή όχι, από τά φοβερά μισητά κρατικοθρησκευτικά απάνθρωπα εξουσιαστικά ιερατεία, όλων τών αποχρώσεων, συνιστωσών καί τάσεων.

Η προσπάθεια κατανόησης τών συνθηκών καί τών τρόπων διαβίωσης τών πρωτόγονων ανθρώπων, όπως καί τών αντιδράσεών τους απέναντι στίς αντιξοότητες τού καθημερινού βίου, η μελέτη τής σχέσης μεταξύ ανθρώπων καί θηρίων, τό κυνήγι, η γεωργία, η κτηνοτροφία καί ο πόλεμος, αποτελούν βασικούς άξονες στόν αγώνα ανακάλυψης τών ριζών τής κάθε γλώσσας.
Ο σοβαρός ετυμολόγος πρέπει νά καταβάλλει μεγάλο κόπο, γιά νά μεταφέρει τό λειασμένο βότσαλο (λέξη) τής παραλίας μέσω τού χειμάρρου, ο οποίος τό μετέφερε επί πάμπολλα χρόνια από τόν βράχο τής κορυφής τού βουνού ως θραύσμα, γιά νά τό παρατηρήσει όχι μόνον όπως κατ’ αρχάς προέκυψε, πολυοξυγώνιο καί ακανθωτό, αλλά καί πώς μεταμορφώνονταν σέ κάθε φάση τής μεταφοράς του.


Άλμη (δασ.) αλς- θαλάσσιο ύδωρ, άρμη, αλμυρότητα. αλματύραι, αλμάω, άλμευσις, αλμευτής, άλμια, αλμο-, αλμίζω, αλμαία, αλμώδης, άρμη, αρμ-.
ύφαλος υπό + αλς, π>φ, ύφαλμος, υφαλμυρίζω, υφάλμυρος, υφαλώδης, υφάλως, υφαλο- , ύφαλα, υφαλ- , υφαλοκρηπίς, υφαλοκρηπίδα, πάραλος (παρά), παράλιος, παραλία, παραλιακός, Παράλιος, Πάραλος, παραλίη, Φάρσαλα (π>φ).
σαλπάρω> αλς + περάω- σηκώνω άγκυρα και αποπλέω, σαλπάρισμα, αλάτι (δασ.)> αλς, αλαταριά, αλαταποθήκη, αλατάς, αλατ- , αλατένιος, αλατερή, αλατερό, αλατερός, αλατιά, αλατισιά, αλατιέρα, αλατίζω, αλατικό, αλάτινος, αλάτισμα, αλατισμένος, αλατιστός, αλάτιστος, ανάλατος, αλατίστρα, αλατο-, Αλατόπετρα, αλατουργείον (έργον), αλατουργός, αλατούχος (έχω), αλατωρυχείον (ορύσσω), αλατωρυχία, αλατωρύχος, σάλτσα (βλ. αλς), σαλάτα.
Σαλαμίν> αλς (σαλ-) + μιν- ύς ( = μικρός), έχουσα μικρήν θαλάσσια περιοχή μέχρι την απέναντι ξηρά, Σαλαμίς, Σαλαμίνα, Σαλαμίνιος, Σαλαμινιάς.
Σαρδώ > αλς (σαρ-) + άδην (έχει πολλές λιμνοθάλασσες), Σαρδινία, Σαρδώνη, Σαρδονία, Σαρδώνιος, Σαρδώος.
Σάλος > αλς- ανοικτή θάλασσα, κάθε ασταθής και παλμική κίνηση, επί σεισμού, ταραχή, κλύδων, επί πλοίων, δυσάρεστη κατάσταση, ανησυχία. σαλαγέω (άγω), σαλαγή, σαλαΐζω, σαλαϊσμός, σαλαΐς, σαλαγώ, σαλαγάω, σάλαγος, σαλάκων (ακίς, δηλαδή ο προκαλών δυσαρέσκεια εκ δηγμάτων), σαλακωνεία, σαλακωνίζω σαλακωνεύομαι, διασαλακωνίζω, σαλάσσω, σάλαξ, σάλεμα, σαλεία, σάλευμα, σάλευσις, σαλευτός, σαλεύω, σαλέω, σάλη, σάλα, σαλία, σαλαγιάζω (αγιάζω = ηρεμώ, ησυχάζω), σαλόομαι, σαλούσα (κινείται συνεχώς), σαλώος, σαλύγη (άγω), σάλυξ, Σόλων (τα νομοθετικά του μέτρα επέφεραν σάλο, ταραχή), Σόλωνας, σουλάτσο (σαλεύω, α>ου), σολάτσο, σουλατσάρω, σολατσάρω, σουλατσάρισμα, σολατσάρισμα.
Ελαία, ελαίη, ελάα, εληά > ελεαίρω ( = οικτείρω) > ελαίρω > ελαίω > ελαία. Τα κλαδιά της μεταχειρίζονταν οι ικέτες, διότι ως αειθαλές δένδρον έχει φύλλωμα καθ’ όλο το έτος. Ιερή καλούνταν από τους χρόνους του Ομήρου- η εληά, ελαιόδενδρο, ο καρπός της. ελαδάς, ελάδιον, έλαιον, ελαιόλαδον, ελαιάζω, ελαΐζω, ελαιήεις, ελαιάεις, ελαιηρός, ελαιοδόχος, ελαιοφόρος, ελαϊκός, ελάϊνος, ελαΐνος, έλαιος, ελαιός, ελαιόω, ελαΐς, ελαιών, ελαιώνας, ελαίωσις, ελαϊστήρ, ελαϊστήριον, ελαιοτριβείον, λάδι, λαδάδικο, λαδόκονο (ακονίζω), λαδαριό, λαδάς, λαδού, λαδέμπορος, λαδερό, λαδικό, λαδής, λαδιά, λαδίλα, λαδολέμονο, λαδομπογιά, λαδόξιδο, λαδόχαρτο, λάδωμα, λαδώνω, λαδωτήρι, λαδωτής.- Γλώσσα Μου Ελληνική!!!!!! γιατί να σε μισούν, να σε απεχθάνονται, να σε εχθρεύονται οι νεοβάρβαροι φοινικιστές φωτοσβέστες «επιστήμονες» και οι λοιποί αναλφάβητοι νεοραγιάδες; γιατί τόσος φθόνος;

Λοιπόν, κυρία Μαυραγάνη, και σία… κηρεία δραγόνα, κοιρήα ραιπούσι τόν αγκλικόν κε λιπή κήριη προοδευτικοί σταλινοφασήσταις φήλυδαις και άλλοι ομογάλακτοι. Δυστυχώς, για εσάς, τελικά δεν θα έχετε καμία ελπίδα απέναντι στους Ελευθερόφρονες Έλληνες Πολίτες, καμία ελπίδα απέναντι σε όσους θα άποφασίσουν μόνοι τους για το μέλλον τους, παραμερίζοντας τόσο εσάς όσο και οποιονδήποτε άλλον φαντασιώνεται την Ελλάδα του μέλλοντος ως πολιτισμικό γκούλαγκ, τους δε Έλληνες ως εξόριστους από τον Πολιτισμό τους. Ότι θέλετε να ξεχαστεί από τον Αληθινόν Αυθεντικό Εθνικόν μας Οικουμενικό Πολιτισμό, αυτόν που τον χαρακτηρίζουν απλώς ως «αρχαίο» καί οι ομοϊδεάτες σας αλλά στην πραγματικότητα είναι Παραδοσιακός, άρα Νέος πάντα Αθάνατος και εξελισσόμενος, εγώ (εμείς και άλλοι πολλοί), διαρκώς θα το θυμίζω –με, σε όλους σας, πριν βιαστείτε να με ( μας) κατατάξετε ως τέτοιον -τέτοιους,  εθνολαϊκιστή -ές ή σωβινιστή -ές και άλλα όμοια δικά σας κουραφέξαλα ή φανατικός-οι, - χριστιανός -οί (κρετίνος -οι) δεν είμαι, δεν είμαστε.

Είμαι - Είμαστε Αυτό, «το κάτι άλλο», που σας τρομάζει περισσότερο...απλά ΄Ελλην -Έλληνες.
…..και μέ αφορμή όσα ανόητα παρακολούθησα τυχαίως, στην εκπομπή «τώρα ότι συμβαίνει» ….εκείνο τό πρωϊ Κυριακής της 19ης-06-2016 – 06.55΄ της κυρίας Μαυραγάνη και (λοιπών γλαστρών) συνεργατών της με άφθονα χαχανιτά…χωρίς ίχνος ντροπής από κανέναν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...