ΠΡΟΣΩΠΑ

ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΤΥΜΒΟΥ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΓΕΡ. ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΥ ΑΡΘΡΑ-ΔΟΚΙΜΙΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗ ΔΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΑ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ. ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 12ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 15ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 13ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 15ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΛΟΓΟΤΡΟΠΙΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ-ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΜΥΘΟΙ & ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ Ο ΚΥΝΙΚΟΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟ 1821 ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΑΧΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΙ ΠΟΙΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ-ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΗΡΩΙΚΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΤΟΥ 1821 ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΕΧΝΕΣ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΗ-ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΕΧΝΗ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΠΩ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΦΩΤΟΘΗΚΗ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ-ΤΕΧΝΙΚΕΣ

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Τά Χριστούγεννα τοῦ Παπαδιαμάντη

Σχόλιο: Καθς ρχεται παραμον τν Χριστουγέννων, νεβάζουμε να παπαδιαμαντικ χριστουγεννιάτικο, χι το Παπαδιαμάντη λλ “γι τν Παπαδιαμάντη” -το Κώστα Βάρναλη. Βάρναλης σν ταν νέος εχε γνωρίσει τν Παπαδιαμάντη στ Δεξαμενν πρώτη μάλιστα φορ, πρν συστηθον, Βάρναλης εχε φωναχτ διαμαρτυρηθε στ καφενεο γι τς λλεπάλληλες γενικς νς ρθρου τς φημερίδας (“λο γκέων, γκέων, γκέων”), μ τρόπο πο εχε ξοργίσει τν Παπαδιαμάντη.


Βάρναλης χει γράψει κι λλα διηγήματα «ες φος Παπαδιαμάντη», λλ τοτο δ χει τ μοναδικ γνώρισμα τι παρουσιάζει ς ρωα κα τν διο τν κρ λέξανδρο. κτς ατο, προσεκτικς ναγνώστης θ δε μέσα στ κείμενο ξεσηκωμένες ατούσιες φράσεις π διηγήματα το Παπαδιαμάντη κα θ εφρανθε μ λέξεις παπαδιαμαντικές.

το Κώστα Βάρναλη

ορανς βρεχε διαρκς λεπτν νερόχιονον, γραος διάκοπος φύσα κα το ψχος κα χειμν τς παραμονς τν Χριστουγέννων το τους κρ λέξανδρος εχε νηστεύσει νελλιπς λόκληρον τ Σαρανταήμερον κα εχεν ξομολογηθε τ κρίματά του (Παπ-Δημήτρη τ χέρι σου φιλ!). Κα φο γκαίρως παρέδωσε τ χριστουγεννιάτικον διήγημά του ες τνκρόπολινκα διέθεσεν λόκληρον τν γλίσχρον ντιμισθίαν του πρς πληρωμν το νοικίου κα τν λίγων χρεν του, γέρων δη κεκμηκς π τν τν κα τς νηστείας, ποφεύγων πάντοτε τν....πολυάσχολον τύρβην, λλ φιλακόλουθος πιστός, ψαλεν, ς συνήθως, μ τν βραχνν κα σπασμένην φωνήν του, πλήρη μως νθέου πάθους, ς ριστερς ψάλτης, ες τ παρεκκλήσιον το γίου λισσαίου τς Μεγάλας ρας, σχεδν π στήθους, κα τε πανλθεν ες τ πτωχικν το δωμάτιον, δν εχεν κόμη φέξει!

ναψε τ κηρίον του κα τ βοηθεα το κηρίου (κα το Κυρίου!) βγαλε τ πόδημά του τ ριστερόν, διότι τν νώχλει κάλος, κα μικλιντος π τς πενιχρς στρωμνς του, πολλ ρεμβάζων κα οδν σκεπτόμενος, κουε τς ρυγς το κραταιο νέμου κα τος κρότους τς βροχς κα βλεπε νοερς τν πορφυρον πόντον ν ρήγνυται ες τος σκληρος αχμηρος βράχους το νεφελοσκεπος κα χιονοστεφάνου θω.

κρύωνεν. λλ τ καφενεον το κρ Γιάννη το γκιστριώτη το κλειστόν. λλ κα βολν δν εχε ν παραγγείλει:
– Πάτερ βραάμ, πέμψον Λάζαρον! (να ποτηράκι ρακ ρώμι).

κείνην τν χρονιν τ Χριστούγεννα πεσαν Παρασκευήν. Τόσον τ καλύτερον. Θ νηστεύσει κα πάλιν, ς τ εχε τάμα ν νηστεύει δι βίου κάθε Παρασκευν δι ν ξαγνισθε μαρτωλς δολος το Θεο π τ μέγα κρμα τς νεότητός του, πο εδε τυχαίως π τν κλειδαρότρυπαν τν νεαράν του ξαδέλφην ν γδύνεται.

καμε τν σταυρόν του κι σκεπάσθη μ τν διάτρητον βατανίαν του, πως το ντυμένος κα μ τ ποδήματαπλν το ριστερο.
Κα τότε ερέθη ες τν προσφιλν το νσον τν παιδικν του χρόνων μ τ ρόδιν’ κρογιάλια, τς λκυονίδας μέρας, τς χλοϊζούσας πλαγις, μ τ κρίταμα, τν κάππαριν κα τς ρμυρήθρας τν παραθαλασσίων βράχων κα μ τος πλος παλαιος νθρώπους, θαλασσοδαρμένους ναυαγούς, ζωντανος κα κεκοιμημένους.

Κα λθεν Χριστς μ τ τεθλιμμένον πρόσωπον, Παναγία Γλυκοφιλοσα μ τ λευκν κα νθεον Βρέφος της, γιος Στυλιανός, φίλος κα φρουρς τν νηπίων, γία Βαρβάρα κα γία Κυριακ μ τος σταυρος κα τος κλάδους τν φοινίκων ες τς χερας, σιος ντώνιος κα Εθύμιος κα Σάββας μ τς γενειάδας κα τ κομβοσχοίνια τν· κα λθε κα σιος Μωϋσς Αθίοψ, “νθρωπος τν ψιν κα θες τν καρδίαν”, γία ναστασία Φαρμακολύτρια κρατοσα ες τς χερας τ μικρόν της ληκύθιον, τ περιέχον τ λυτήρια λων τν μαγγανειν κα πδν, γιος λευθέριος, γία Μαρίνα κα ετα γιος Γεώργιος κα γιος Δημήτριος μ τ χαντζάρια τν, μ τς σπίδας κα τος θώρακας τνλόκληρον τ Τέμπλον το παρεκκλησίου τς Παναγίας τς Γλυκοφιλούσης κε πάνω εἰς τὸν βράχον τὸν μαστιζόμενον ἀπὸ θυέλλας καὶ λαίλαπας καὶ λικνιζόμενον ἀπὸ τὸ πολυτάραχον καὶ πολυρροιβδον κῦμα….

Φέγγος ἐαρινὸν καὶ θαλπωρὴ διεχύθησαν ἐντός του ὑγροῦ δωματίου καὶ κὺρ Ἀλέξανδρος λησμονήσας τὸν κάλον τοῦ ἀνεσηκώθη νὰ φορέσει καὶ τὸ ἀριστερόν του ὑπόδημα διὰ νἀσπασθεῖ εὐλαβῶς τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων.

Ἀλλ’ ἡ ὀπτασία ἐξηφανίσθη καὶ ἰδοὺ εὑρέθη εἰς τὸν Ἅι Γιάννην τὸν Κρυφόν, ποὺ ἐγιάτρευε τοὺς κρυφοὺς πόνους κι ἐδέχετο τὴν ἐξαγόρευσιν τῶν κρυφῶν ἁμαρτιῶν. Πλῆθος πιστῶν εἶχεν ἀνέλθει ἀπὸ τὴν πολίχνην, ζωντανοὶ καὶ συγχωρεμένοι, νὰ παρακολουθήσουν τὴν Λειτουργίαν, τὴν ὁποία ἐτέλει ὁ παπὰ-Μπεφάνης βοηθούμενος ἀπὸ τὸν μπάρμπ’ Ἀναγνώστην τὸν Παρθένην.

Κατὰ περίεργον ἀντινομίαν τῶν στοιχείων, ἦτο καλοκαῖρι κι Λειτουργία εἶχε τελειώσει καὶ ἦτον δὲν ἦτον τρίτη πρωϊνή, ὄτε ἀμφιλύκη ἤρχισε νὰ ροδίζει εἰς τὸν ἀντικρυνὸν ζυγὸν τοῦ βουνοῦ.
Ὅλοι γείτονες, λάλοι καὶ φωνασκοί, ἐκάθηντο κατὰ γὴς πέριξ ἐστρωμένης καθαρᾶς ὀθόνης. Τέσσερ’ ἀρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, ἀστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστά της λίμνης, αὐγοτάραχον καὶ ἐγχέλεις ἁλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια καὶ μῆλα – ὅλα τὰ καλούδια, προϊόντα της μικρῆς καὶ ὡραίας νήσου, περιέμενον τοὺς συνδαιτυμόνας.
– Καλῶς ὤρισες κὺρ Ἀλέξαντρε, κάτσε κ’ ἡ ἀφεντιά σου, τοῦ εἶπεν ἡ θεία ἡ Ἀμέρσα.

Ἀλλὰ τί βλέπει γύρω του; Ὅλους τους ἥρωας καὶ τὰς ἡρωίδας τῶν Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Ἐκεῖ ἦτον ἡ θεία-Ἀχτίτσα, φοροῦσα καινουργὴ μανδήλαν καὶ νέα πέδιλα, ἐπιδεικνύουσα μετ’ εὐγνωμοσύνης τὸ συνάλλαγμα τῶν δέκα λιρῶν, τὸ ὁποῖον μόλις ἔλαβε ἀπὸ τὸν ξενητευμένον εἰς τὴν Ἀμερικὴν υἱόν της. Δίπλα της ἐκάθητο κι ὁ Γιάννης ὁ Παλούκας, ὁ προσποιηθεῖς τὸν Καλλικάντζαρον τὴν Παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων καὶ ληστεύσας τὸν Ἀγγελήν, τὸν Νάσον, τὸν Τάσον – ὅλα τὰ παιδιὰ τὰ ὁποία κατήρχοντο ἀπὸ τὴν Ἐπάνω ἐνορίαν, ἀφοῦ εἶχαν ψάλει τὰ Κάλανδα. Ἐσηκώθη καὶ παρέδωσεν εἰς τὸν κὺρ Ἀλέξανδρον τὰς κλεμμένας πεντάρας -δὲν εἶχε πὼς νὰ μεθύσει καὶ ἑορτάσει τὰ Χριστούγεννα ἐκείνην τὴν χρονιὰν (συχωρεμένος ἂς εἶναι!).

Ἰδοὺ κι ΜπάρμπἈλέξης, Καλοκαιρής, ποὺ δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοῦ πορθμείου τοῦ Χάρωνος διὰ νὰ πηδήσει εἰς τὸν ἄλλον κόσμον· εἶχε τὸ ἰδικόν του, ὑποσαθρὸν πλοιάριον, αὐτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ἦτον κι ὁ σύντροφός του ὁ Γιάννης ὁ Πανταρώτας ὁ ναυτολογημένος ὡς Ἰωαννίδης καὶ διατελῶν ἐν διαρκεῖ ἀπουσία κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας.
– Νὰ φροντίσεις, τοῦ εἶπεν ὁ Πανταρώτας, νὰ πάρω τὴν σύνταξή μου!

Καὶ λησμονῶν τὴν ἱερότητα τῆς στιγμῆς ἐμούντζωσε τὸ κενὸν συνοδεύων τὴν ἄσεμνον χειρονομίαν μὲ τὴν ἀσεμνοτέραν βλασφημίαν:
– Ὄρσε, κουβέρνο!

Ἐκεῖ ἦτον κι ὁ Μπάρμπα-Διόμας, εὐτυχὴς διότι ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὸ ναυάγιον καὶ ἐρρόφησεν ἀπνευστὶ ἐπὶ τοῦ διασώσαντος αὐτὸν τρεχαντηρίου ὁλόκληρον φιάλην πλήρη ἠδυγεύστου μαύρου οἴνου διὰ νὰ συνέλθει – ὢ πενιχρά, ἀλλ’ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ!

Ἀλλ’ ἰδοὺ ἔτρεξε νὰ τοῦ σφίξη τὴν χεῖρα καὶ ὁ βοσκὸς ὁ Σταθ’ς τοῦ Μπόζα, τοῦ ὁποίου δύο αἶγες εἶχον βραχωθῆ εἰς τὸν κρημνὸν ὑπεράνω της ἀβύσσου, ὅπου ἔχαινεν ὁ πόντος καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ σωθοῦν, ἂν δὲν τὸν κατεβίβαζαν διὰ σχοινίου εἰς τὸν βράχον μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του.

– Τὴν Ψαρὴ τὴν ἔχω τάξει ἀσημένια στὴν Παναγιά. Τὴ Στέρφα (τὴν ἄλλην αἶγα) θὰ τὴν σφάξω γιὰ σένα, νὰ τὴν φᾶμε.

Καὶ Ἀσημίνα τοῦ μαστρο-Στεφανὴ τοῦ βαρελᾶ, μὲ τὰς τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τὴ Ροδαυγῆ, τὴν Ἑλένη, τὴ Μαργαρῶ καὶ τὴν Ἀφέντρα, Ἀσημίνα, ποὺ τὴν μίαν ἡμέραν ἐώρτασε τοὺς γάμους τῆς Ἀφέντρας μὲ τὸν Γρηγόρη τῆς Μονεβασᾶς καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπένθησεν τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ τῆς τοῦ Θανάση.

Τέλος, ὤ! τῆς ἐκπλήξεως, ἐνεφανίσθη καὶ ὁ ἕτερος ἐαυτός του, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδημούλης, ὁ πτωχαλαζών, ὁ ἀσχολούμενος εἰς ἔργα μὴ κοινῶς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!

Ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος ἠσθάνθη τύψεις, ὅτι ἐπλασεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ τόσον δυστυχεῖς καὶ ταπεινοὺς ἢ τόσον ἁμαρτωλοὺς (οὐδεὶς ἀναμάρτητος!) καὶ τὸν ἑαυτὸν τοῦ τόσον ἐπηρμένον!…

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸν διέκοψεν ὀκταόκαδος τσότρα, περιφερομένη ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα. Δὲν ἐπρόλαβε νὰ τὴν ἐναγκαλισθῆ καὶ ἤχησαν τὰ λαλούμενα (βιολιτζῆδες ντόπιοι καὶ τουρκόγυφτοι μὲ κλαρινέτα) καὶ … ἐξύπνησεν.

Ποτὲ ὁ κοσμοκαλόγηρος κὺρ Ἀλέξανδρος δὲν ἐξύπνησε τόσον χορτάτος, ὅσον ἐκείνην τὴν ἁγίαν ἡμέραν, ὁ νῆστις τοῦ Σαρανταημέρου καὶ ὁ νῆστις ὅλης της ζωῆς του! – ζωὴν νὰ ἔχει!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...