ΠΡΟΣΩΠΑ

ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΤΥΜΒΟΥ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΓΕΡ. ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΥ ΑΡΘΡΑ-ΔΟΚΙΜΙΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗ ΔΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΑ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ. ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 12ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 15ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 13ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 15ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΛΟΓΟΤΡΟΠΙΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ-ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΜΥΘΟΙ & ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ Ο ΚΥΝΙΚΟΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟ 1821 ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΑΧΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΙ ΠΟΙΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ-ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΗΡΩΙΚΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΤΟΥ 1821 ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΤΕΧΝΕΣ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΗ-ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΕΧΝΗ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΠΩ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΦΩΤΟΘΗΚΗ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ-ΤΕΧΝΙΚΕΣ

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Είναι ο Αριστοφάνης ακατάλληλος δι' ανηλίκους;

Εθνικό Θέατρο, Λυσιστράτη (2016). Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός
Από την ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ
Με αφορμή τις διαμαρτυρίες για το γυμνό και τις βωμολοχίες στη Λυσιστράτη του Μιχαήλ Μαρμαρινού η Ματίνα Καλτάκη ανατρέχει στο χαρακτήρα του έργου του Αριστοφάνη, ζητώντας τη γνώμη και ενός ψυχιάτρου/ ψυχαναλυτή.

Aπόψε, στο κηποθέατρο Παπάγου έχει την πρώτη συνάντησή της με το κοινό της ευρύτερης περιοχής πρωτευούσης η Λυσιστράτη που σκηνοθέτησε ο Μιχαήλ Μαρμαρινός για το Εθνικό Θέατρο – που θα ολοκληρωθεί με την παράσταση στο Ηρώδειο στις 24 Σεπτεμβρίου. Επειδή στο μεγάλο θέατρο της Επιδαύρου υπήρξαν αντιδράσεις από γονείς που είχαν πάει να δoυν την αριστοφανική κωμωδία με τα παιδιά τους («Σαστισμένες οικογένειες έφευγαν στην μέση της παράστασης εξαιτίας των γυμνών, προκλητικών σκηνών αλλά και των βωμολοχιών» και «Παιδάκια ρωτούσαν τους γονείς τους «Τι είναι πέος;» διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, στις ανταποκρίσεις), ας ξεκαθαρίσουμε εξαρχής ότι οι κωμωδίες του Αριστοφάνη είναι κατάλληλες για θεατές άνω των 15 ετών.  

Μπορεί να κυκλοφορούν πολλές και διάφορες διασκευές έργων του Αριστοφάνη για παιδιά, κάποιες σαν κόμικς, άλλες ειδικά αποδοσμένες για σχολικές παραστάσεις, όπου οι βωμολοχίες και τα σεξουαλικά νοούμενα και υπονοούμενα των πρωτοτύπων έχουν εξαφανιστεί, αλλά οι γονείς που πήγαν στην Επίδαυρο με τα παιδιά τους, θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι ο …παππούς Αριστοφάνης δεν είναι ο Ευγένιος Τριβιζάς.  

Ο Αριστοφάνης δεν απευθύνεται απλώς σε ενήλικους θεατές αλλά σε θεατές που είναι σε θέση να διακρίνουν ανάμεσα στο ατομικό και στο κοινωνικό, ανάμεσα στο ωμό και στο υψηλό, ανάμεσα στην ελευθερία και στην ελευθεριότητα. Σε ενήλικες που μπορούν να αυτοσαρκαστούν, να γελοιοποιηθούν, να τσαλακωθούν και ταυτόχρονα να παραμείνουν συντηρητικά και γλυκόπικρα αισιόδοξοι.

Aς φρεσκάρουμε καταρχάς τις σχολικές μας γνώσεις. Ο  Αριστοτέλης  στην Ποιητική του γράφει ότι η αρχή και της τραγωδίας και της κωμωδίας ήταν αυτοσχεδιαστική –η πρώτη προήλθε «π τν ξαρχόντων τν διθραμβον», η δεύτερη από τους κορυφαίους των φαλλικών, που ακόμα και στην εποχή του (σ.σ. τον 4ο π.Χ. αι.) γιορτάζονταν σε πολλές πόλεις» (1449 a).  

Τα «φαλλικά» ήταν τραγούδια που τραγουδούσαν οι κώμοι, δηλαδή ομάδες ανδρών που περιφέρονταν στους δρόμους στο πλαίσιο εθίμων και τελετών που αφορούσαν τη συμβολική γονιμοποίηση της γης. Οι ζωόμορφες  μεταμφιέσεις των κώμων, οι άσεμνοι χοροί και οι χειρονομίες, βωμολοχίες και τα χοντροκομμένα πειράγματα, οι αυτοσχέδιες σατιρικές σκηνές υπό την επήρεια του οίνου, ήταν συνήθεις και συν των χρόνω οδήγησαν στις πρώτες έντεχνες μορφές κωμικού λόγου.   
 

Εθνικό Θέατρο, Βάτραχοι (1973). Σκηνοθεσία: Αλέξης Σολομός. Αρχείο Εθνικού Θεάτρου.

Οι πρώτες μορφές κωμωδίας, όπως και το σατυρικό δράμα, ευδοκίμησαν σε δωρικές περιοχές - από τις δωρικές Συρακούσες  προέρχονται τα πρώτα επώνυμα δείγματα. Στην Aττική ο κώμος συνδέθηκε με τις γιορτές του Διονύσου. Το 486 π.Χ., ήταν η πρώτη χρονιά που ο επώνυμος άρχοντας της Αθήνας «έδωσε Χορό σε κωμωδιογράφους», εγκαινιάζοντας δραματικούς αγώνες κωμωδίας.  Παρότι η κωμωδία απέκτησε ‘επίσημη’ υπόσταση δεν έχασε σημαίνοντα χαρακτηριστικά του λαϊκού, αυτοσχέδιου παρελθόντος της.  Το κοινό των αρχαίων θεάτρων ήταν μεγάλο και αφορούσε τόσο τους αγρότες των περιφερειακών δήμων όσο και τους καλλιεργημένους Αθηναίους του κλεινού άστεως γι’ αυτό στο ίδιο έργο συνυπήρχαν η τολμηρή σάτιρα (το ονομαστί κωμωδείν) γνωστών προσώπων της πολιτικής και καθημερινής ζωής της πόλης, τα σεξουαλικά, κοπρολογικά κ.λπ., αστεία  αλλά και λυρικά μέρη (χορικά και μονωδίες) υψηλού ποιητικού λόγου σε μια ποικιλία ρυθμών.
 

Εθνικό Θέατρο, Εκκλησιάζουσες (1956). Αρχείο Εθνικού Θεάτρου

Πολλούς αιώνες μετά, έως και τη δεκαετία του 1950, το αριστοφανικό θέατρο θεωρούνταν ακατάλληλο για την ευπρέπεια και τα χρηστά ήθη του κοινού. Ακόμη και σήμερα, , δεν είναι λίγοι αυτοί που δεν αντέχουν την κυριολεξία του.  

Ο ανεπιθύμητος Αριστοφάνης

Το ενδιαφέρον για τον Αριστοφάνη ήταν μεγάλο από τα μέσα του 19ου αι., αν κρίνουμε από τον αριθμό μεταφράσεων, παραφράσεων, διασκευών των κωμωδιών του από διακεκριμένους κωμικούς και σατιρικούς συγγραφείς της εποχής όπως ο Μιχαήλ Χουρμούζης, ο Γεώργιος Σουρής, ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος κ.ά. Μία από τις πρώτες αναβιώσεις αριστοφανικής κωμωδίας έγινε από τον δημοσιογράφο και ευφυή σατιρικό συγγραφέα Σοφοκλή Καρύδη, που παρουσίασε τον «Πλούτο» το 1868 (στην παράφραση του Μιχαήλ Χουρμούζη).  

Το 1900 στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών παρουσιάζονται οι Νεφέλαι σε μετάφραση και σκηνοθεσία Γεωργίου Σουρή –η παράσταση επαναλήφθηκε με «μετριασμένες εκφράσεις» στις 26 Ιανουαρίου του 1901 ώστε να είναι κατάλληλη και για κυρίες. Ήταν απόκριες και οι κυρίες έπρεπε να φορούν μάσκα, ωστόσο και πάλι δεν ήταν περισσότερες από 15! Το 1904 παρουσιάστηκε ο «Πλούτος» στο Βασιλικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Θωμά Οικονόμου και μετάφραση Θ. Σολωμού και οι «Εκκλησιάζουσες» από τη Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου  Χρηστομάνου (οι περισσότερες παραστάσεις ήταν αποκλειστικά για ανδρικό κοινό, και μερικές, ειδικά προσαρμοσμένες,  «μη ακατάλληλες» για γυναίκες). Το 1905 φαίνεται ότι πρωτοπαρουσίαστηκε η Λυσιστράτη σε τολμηρή πρόζα του Πολύβιου Δημητρακόπουλου στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών.  Παρά το συντηρητικότητα της εποχής, στη μετάφραση των Ορνίθων (1910), ο Δημητρακόπουλος λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους:    

Γλυκύτερο καλό και πιο μεγάλο
παρά φτερά να κάνης δεν είν' άλλο.
Κι αν από σας κανείς, ω θεαταί,
είχε φτερά 'ς την πλάτη του ποτέ,
σαν θα τον θέριζεν η πείνα,
με το ν' ακούη τακτικά
όλα τ' ατέλειωτα εκείνα
της τραγωδίας χορικά,
θα πέταγε στο σπίτι του καλά να τη γεμίση,
και πάλι μέσ' 'ς το θέατρο χορτάτος να γυρίση.
Κι αν σε κανέναν από σας του 'ρχότανε χεσίδι,
δεν θα 'χεζε το ρούχο του, ωσάν τον Πάτροκλείδη,
μα θα πετούσε στα ψηλά με βιάσι του μεγάλη,
να 'κλανε, να ξεθύμαινε και να ξανάρθη πάλι.
Και αν κανένας από σας να 'ναι μοιχός τυχαίνη,
 και στο Βουλευτικό ιδή το σύζυγο να μένη
της γυναικός, αυτός μπορεί γοργό φτερό να βάλη,
να την γαμήση γρήγορα και να ξανάρθη πάλι.   —

Παράβασις, στιχ. 786-796

Μεμονωμένες σοβαρές προσεγγίσεις (όπως οι Όρνιθες που σκηνοθέτησε ο Σπύρος Μελάς το 1929 σε μετάφραση Λέοντα Κουκούλα, με Πεισθέταιρο τον Βασίλη Λογοθετίδη) και παραστάσεις αριστοφανικών κωμωδιών από μπουλούκια και θιάσους δεύτερης διαλογής, χωρισμένες σε 3 ή 4 πράξεις και δίχως Χορό, δεν αλλάζουν την γενική εικόνα: ο Αριστοφάνης, αν και «κλασικός», θεωρούνταν βωμολόχος και πρόστυχος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η «Λυσιστράτη» που παρουσίαζε κατ’ επανάληψη στο Μεσοπόλεμο ο τρανς Μάριος Ροτζάιρον. Παράσταση μόνο για άνδρες (διαφημιστικό πόστερ του 1924 γράφει «Απαγορεύεται αυστηρώς στο γυναικείο κόσμο η είσοδος»), που εκμεταλλευόταν την «ακαταλληλότητα» του Αριστοφάνη για να παρουσιάσει απελευθερωμένα από ταμπού θεάματα, με τολμηρούς χορούς, χειρονομίες, κοστούμια και έμφαση στις αισχρολογίες και στα «φαλλικά», χαρακτηρίζονταν σε δημοσιεύματα της εποχής «θέατρο για το τρίτο φύλο».  

Η αποκατάσταση του «πρόστυχου» Αριστοφάνη ξεκίνησε μέσα από τις μαθητικές παραστάσεις που ανέβασε ο Κάρολος Κουν ως καθηγητής Αγγλικής στο Κολλέγιο Αθηνών. Συγκεκριμένα από το 1933  έως το 1939 παρουσίασε «Όρνιθες», «Βατράχους», «Πλούτο»,  παραστάσεις που ο Αλέξης Σολομός (μαθητής του Κουν στο Κολλέγιο Αθηνών)  πολύ αργότερα χαρακτήρισε «πραγματικά χαριτωμένες και εξυπνότατες». Ο Κουν, υπό την επιρροή της σχέσης του με τον Φώτη Κόντογλου και της αναζήτησης της νέας ελληνικότητας από άλλους σημαντικούς δημιουργούς της γενιάς του ’30, επανέλαβε τον «Πλούτο» στα πρώτα επαγγελματικά του βήματά του στο θέατρο με την «Λαϊκή Σκηνή» (1934 -1936). Σ’ εκείνη την παράσταση εντοπίζεται ο πυρήνας της αισθητικής άποψης του Κουν για τον Αριστοφάνη στη σύγχρονη εποχή, που θα κατατεθεί επίσημα με τους «Όρνιθες» (σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα) το 1959 στο Ηρώδειο.  
 

Εθνικό Θέατρο, Θεσμοφοριάζουσες (1989)

Η μεταπολεμική «αποκατάσταση» του Αριστοφάνη

Μετά τον πόλεμο σα να ωρίμασε η συνθήκη για την υποδοχή της αττικής κωμωδίας. Το 1951 ο Σωκράτης Καραντινός σκηνοθέτησε «Νεφέλες» στο Εθνικό Θέατρο σε μετάφραση Κώστα Βάρναλη και σκηνογραφία Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα (με τους σπουδαίους κωμικούς Χριστόφορο Νέζερ, Δημήτρη Χατζημάρκο, Χρήστο Ευθυμίου, Ιορδάνη Μαρίνο) και ο Λίνος Καρζής «Λυσιστράτη» στο Ηρώδειο, με πρωταγωνίστρια τη Κυβέλη. Οι δύο σκηνοθέτες κατέφυγαν σε μία αρχαιοπρεπή αισθητική, χρησιμοποιώντας μάσκες, κοθόρνους και όλα τα παρεμφερή της αρχαιοελληνικής σκηνικής παράδοσης, και απαλείφοντας ή ‘ευπρεπίζοντας’ τις τολμηρές διατυπώσεις.  

Το καθοριστικό βήμα για την αποκατάσταση του Αριστοφάνη έκανε ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, ως διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου επί κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Καραμανλή (1955-8). Καθιερώνοντας Εβδομάδα Αττικής Κωμωδίας στο Ηρώδειο, ανέθεσε στον Αλέξη Σολομό να σκηνοθετήσει Αριστοφάνη για το καλοκαίρι του 1956.  

Η πρώτη αριστοφανική κωμωδία που σκηνοθέτησε ο Σολομός ήταν οι «Εκκλησιάζουσες», με σκηνικό και κοστούμια του ζωγράφου Γιώργου Βακαλό και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Πρωτοπαρουσιάστηκαν στις 14 Ιουλίου 1956 (και έως τις 4 Αυγούστου) στο Ηρώδειο. Τον ρόλο της Πραξαγόρας ερμήνευσε η Μαίρη Αρώνη, σ’ έναν από τους καλύτερους ρόλους της θεατρικής καριέρας της, έχοντας δίπλα της έναν εντυπωσιακό θίασο 40 ηθοποιών (!), μεταξύ των οποίων ήταν ο μοναδικός Χριστόφορος Νέζερ, η Ελένη Χαλκούση, η Μαρία Αλκαίου, η Αλέκα Παϊζη, η Τζένη Καρέζη, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, ο Μιχάλης Καλογιάννης κ.ά. Η επιτυχία της παράστασης ήταν μεγάλη. Στην απόδοση του Θρασύβουλου Σταύρου οι βωμολοχίες και τα λοιπά απρεπή του αριστοφανικού λόγου αντικαταστάθηκαν από ανώδυνες διατυπώσεις (‘επέμβαση’ που σχολιάστηκε στις εφημερίδες της εποχής). Ωστόσο το πλέον σημαντικό ήταν γεγονός: το Εθνικό Θέατρο, με το θεσμικό του κύρος, σύστησε τον Αριστοφάνη στο μεγάλο κοινό ως κωμωδιογράφο που αξίζει την προσοχή και το θαυμασμό του.  
 

Θέατρο Τέχνης, Λυσιστράτη (1969). Σκηνοθεσία: Κάρολος Κουν

Οι «Εκκλησιάζουσες» επαναλήφθηκαν τον επόμενο χρόνο στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, μία μέρα πριν την πρεμιέρα της «Λυσιστράτης» (23 Ιουνίου 1957), πάλι σε σκηνοθεσία Σολομού, με τον Βακαλό και τον Χατζιδάκι στη σκηνογραφία και στη μουσική, και την Αρώνη και πάλι επικεφαλής του πολυπρόσωπου θιάσου. Η παράσταση υπήρξε ένας θρίαμβος, το κοινό ήταν ενθουσιώδες, το ίδιο και τα (πολλά) μέλη της κυβέρνησης που παραβρέθηκαν στην πρεμιέρα της Επιδαύρου. Έκτοτε καθιερώθηκε να υπάρχει κάθε χρόνο παράσταση αριστοφανικής κωμωδίας στο πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου.  

Ο Σολομός σκηνοθέτησε τις 10 από τις 11 σωζόμενες αριστοφανικές κωμωδίες, επιβάλλοντας μία κομψή οπτική που κράτησε αποστάσεις από αυθαίρετους εκσυγχρονισμούς και από «κραδαινόμενους φαλλούς». Στις παραστάσεις του χρησιμοποίησε στοιχεία από την νεοελληνική λαογραφία, τα αποκριάτικα έθιμα, την επιθεώρηση, το θέατρο σκιών, το τσίρκο. Όχι ότι έλειψαν οι επιθέσεις της συντήρησης. Όπως ο ίδιος είπε στο «Παρασκήνιο» (Αρχείο της ΕΡΤ, 1.1.1989): «[…] κι ενώ το γέλιο τράνταζε το θέατρο από τα θεμέλια του, κι οι θεατές γυρνούσαν σπίτια τους σοφότεροι χάρη στα ανθρώπινα μηνύματα και το ποιητικό φτερούγισμα, υπήρχε και η μειοψηφία των ορθοφροντούντων. Που ξέροντας τάχα τον Αριστοφάνη καλύτερα από εμάς τους αδαείς, διατείνονταν ότι τα έργα του πρέπει μονάχα να διαβάζονται και όχι να παίζονται».  

Από τη δεκαετία του ’80 και εξής, οι ενδοιασμοί ως προς την σκηνική απόδοση των αριστοφανικών κωμωδιών, όχι απλώς ξεπεράστηκαν αλλά σε αρκετές περιπτώσεις οι σκηνοθέτες ακολούθησαν επιθεωρησιακού τύπου προσεγγίσεις,  με υπερτονισμό της σατι(υ)ρικής διάστασης, και των φαλλικών και σκατολογικών χωρατών, αγγίζοντας και ξεπερνώντας τα όρια του κιτς. Η υψηλή ποίηση των χορικών του Αριστοφάνη εξαφανίστηκε.  

Η αντίδραση στην υπερβολή και την παραμόρφωση ήταν αναμένομενη και τα τελευταία χρόνια αρκετοί σκηνοθέτες έχουν εκφράσει την ανάγκη για μια να αντιμετωπίσουμε τις κωμωδίες του Αριστοφάνη χωρίς ηθικολογικούς περιορισμούς ή ιδεοληπτικές στρεβλώσεις περί λαϊκότητας. Στη συνέντευξή του στη Lifo (16 Ιουνίου 2016) o Mιχάηλ Μαρμαρινός επισημαίνει  ότι οι γκροτέσκ προσέγγισεις των έργων του Αριστοφάνη δημιουργούν ένα πλαίσιο υπερβολής στο οποίο η κυριολεξία, η ευθυβολία του λόγου του Αριστοφάνη, δεν ενοχλεί. Και ότι κατά τη διάρκεια των προβών για την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου πολλά σημεία της Λυσιστράτης που μιλούν απροκάλυπτα για την ανθρώπινη φύση, φαίνονταν στο θίασο «απρεπή». Ο κωμωδιογράφος του 5ου αι. παραμένει περισσότερο τολμηρός απ’ ό,τι αντέχει η σκηνή;  

Εθνικό Θέατρο, Νεφέλαι (1951). Σκηνοθεσία: Σωκράτης Καραντινός

Στην  Λυσιστράτη του Μαρμαρινού η σεμνοτυφία και η εξ αυτής προερχόμενη λογοκρισία ήταν ανεπιθύμητη. Η Λαμπιτώ, π.χ., ακούγεται να λέει: «Δύσκολο μεν, μα τους δίδυμους θεούς, / να πέφτουν για ύπνο οι γυναίκες δίχως ψωλή, μόνες,/ έλα όμως που γι' αυτό χρειαζόμαστε εξάπαντος ειρήνη» και οι γυναίκες ηθοποιοί αποκαλύπτουν γυμνό του σώμα τους. Κάποιοι θεατές, που είχαν πάρει μαζί και τα παιδιά τους, διαμαρτυρήθηκαν για την τολμηρότητα του λόγου και του θεάματος.  

Παρότι η συμβατική εκπαίδευση το παρέχει ως πληροφορία, ας το ξαναπούμε: ο Αριστοφάνης δεν είναι για παιδιά, είναι για ενήλικο κοινό. Η άποψη ότι πρέπει να λέμε στα παιδιά πριν πάνε στο σχολείο πώς γεννιούνται τα παιδιά, έχει ξεπεραστεί από τους ειδικούς. Όπως έχει ξεπεραστεί ως προβληματική και η άποψη που θεωρούσε φυσικό να κυκλοφορούν γονείς και παιδιά γυμνοί μες στο σπίτι. Τα παιδιά έχουν διαφορές χαρακτήρα, αντίληψης, περιέργειας και δεν έχουν όλα τις ίδιες σεξουαλικές ανησυχίες στην ίδια ηλικία. Η παιδικότητα καλό είναι προστατεύεται και οι πληροφορίες που δίνουμε στα παιδιά θα πρέπει να βρίσκονται σε ανταπόκριση με την περιέργεια και τις ανάγκες που το ίδιο το παιδί εκδηλώνει. Η πρόωρη πληροφόρηση μπορεί να είναι άστοχη, αν όχι και τραυματική για το μικρό παιδί που δεν έχει τέτοιου είδους ανησυχίες και περιέργεια - ούτε επαρκείς γνώσεις  και εμπειρίες για να επεξεργαστεί σωστά σεξουαλικού περιεχομένου αναφορές και αστεία σαν αυτές της αριστοφανικής Λυσιστράτης.  

Η γνώμη του ειδικού

«Η αρχαία κωμωδία, όπως και η αρχαία τραγωδία γράφονταν και παίζονταν για ενήλικους άρρενες πολίτες. Ακόμη κι αν στις μέρες μας οι θεατές είναι και των δύο φύλων ή «όλων» των φύλων (κοινωνική και πολιτική εξέλιξη που σίγουρα θα ενέπνεε τον Αριστοφάνη), τα άλλα δύο κριτήρια, του ενήλικου και του πολίτη, δεν έχουν κατά τη γνώμη μου μεταβληθεί. Άλλωστε μόνο απ’ αυτήν τη σκοπιά μπορεί κανείς να κατανοήσει και να απολαύσει τα αριστοφανικά «φονικά» τεχνάσματα, που δεν χαρίζονται σε κανέναν. 

Η πολιτική, η θρησκεία, η φιλοσοφία, η οικονομία και η ηθική, κυρίως στη σεξουαλική της διάσταση, είναι τα κύρια θέματα των έργων του Αριστοφάνη. Αυτά αποτελούσαν ουσιαστικό καθρέφτισμα της λαϊκής ζωής στην κλασική Αθήνα και θα εξακολουθήσουν να αναπαριστούν τις βασικές δομές και λειτουργίες κάθε κοινωνίας. Για να «δει» όμως κανείς πρέπει να είναι σε θέση να «ακούσει» και να αντέξει το ζωώδες της φύσης του, όπως και την κακοήθεια του εαυτού του και των κοινωνικών θεσμών τους οποίους έφτιαξε και στηρίζει - χωρίς να περιπέσει ούτε στη χυδαιότητα και στον αμοραλισμό ούτε σε αυταρχικό ιδεαλισμό. Αυτά τα ουσιώδη διλήμματα φέρνει στη σκηνή και στη σκέψη του θεατή ο Αριστοφάνης, δοκιμάζοντάς τον σκληρά σε δεύτερο επίπεδο, όσο κι αν στο πρώτο όλα μοιάζουν να κυλάνε με χωρατά και πλάκες.  

Ο Αριστοφάνης, λοιπόν, δεν απευθύνεται απλώς σε ενήλικους θεατές αλλά σε θεατές που είναι σε θέση να διακρίνουν ανάμεσα στο ατομικό και στο κοινωνικό, ανάμεσα στο ωμό και στο υψηλό, ανάμεσα στην ελευθερία και στην ελευθεριότητα. Σε ενήλικες που μπορούν να αυτοσαρκαστούν, να γελοιοποιηθούν, να τσαλακωθούν και ταυτόχρονα να παραμείνουν συντηρητικά και γλυκόπικρα αισιόδοξοι.  
 

Εθνικό Θέατρο, Όρνιθες (1979). Σκηνοθεσία: Αλέξης Σολομός. Αρχείο Εθνικού Θεάτρου.

 Οι αριστοφανικές κωμωδίες δεν προσφέρονται για παιδιά ανεξαρτήτως ηλικίας, διότι αυτά δεν έχουν ανεπτυγμένες τις παραπάνω ιδιότητες, οι οποίες προϋποθέτουν εμπειρία ζωής και σκέψη πάνω σε αυτή την εμπειρία. Η έκθεση των παιδιών στον αυθεντικό λόγο του κωμικού (κάθε παραποίηση του οποίου αποτελεί ανήθικο ευνουχισμό του αισθησιακού αλλά και του νοηματικού περιεχομένου του έργου) θα τα διεγείρει χωρίς όμως να τους δώσει «οδηγίες χρήσης του λόγου» εφαρμόσιμες στην ηλικία τους. Η παρακολούθηση των έργων του, ιδιαίτερα σε σκηνοθετικές αποδόσεις οι οποίες χάνουν το μέτρο, και ωμά παρουσιάζουν στη σκηνή αυτά που θα έπρεπε εντέχνως να υποδηλώνονται, μπορεί να τα διαταράξει Η θέαση τέτοιων σκηνών από κοινού με τους γονείς, πιθανότατα θα γεμίσει αμηχανία και τις δύο πλευρές. Πώς να ξεκαρδιστεί το παιδί μαζί με τη μαμά σου ή η ο γονιός με το παιδί του, για τα πάθη του καυλοπυρέσσοντος, όπως θα έλεγε ο Εμπειρίκος, ήρωα; Η κατάσταση μάλλον θα οδηγήσει σε αφασία σιωπής και ντροπής ή συγχυτικής διανοουμενίστικης πολυλογίας.  

Οι αριστοφάνειες κωμωδίες όμως είναι, κατά τη γνώμη μου, άριστο μέσο διαπαιδαγώγησης των εφήβων. Αυτοί, όπως και οι ήρωες του Αριστοφάνη, βρίσκονται πάνω στην κόψη του ξυραφιού περί τα πολιτικά, αναρχικοί και συντηρητικοί συγχρόνως. Οι έφηβοι  παιδεύονται ανάμεσα στο φυσικό και στο μεταφυσικό. Ζουν τις θυελλώδεις ώσεις των πρώτων ορμών και, αδύναμοι σαν τον «φτωχό λαό», θέλουν να πειραματιστούν με το παράδοξο και το εξτρεμιστικό, ελπίζοντας σε κάποια Ουτοπία. Βλέποντας και, γιατί όχι, ανεβάζοντας στα σχολεία τους Αριστοφάνη, οι έφηβοι θα βρουν μέσα από τον εξαιρετικά επίκαιρο λόγο του (ο Νίτσε θα ενθουσιαζόταν με τον διονυσιασμό του και ο Φουκώ με την πολιτική ανάλυση της σεξουαλικότητας) μια εύφορη οδό προς την ενηλικίωσή τους». 

 Αθανάσιος Αλεξανδρίδης, ψυχίατρος και ψυχαναλυτής.  

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ Σπούδασε Ιστορία και Θεατρολογία (ΜΑ). Από το 1993 γράφει για θέατρο σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...