ΠΡΟΣΩΠΑ

ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΤΥΜΒΟΥ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΓΕΡ. ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΥ ΑΡΘΡΑ-ΔΟΚΙΜΙΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗ ΔΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΑ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ. ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 12ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 15ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 13ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 15ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΛΟΓΟΤΡΟΠΙΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ-ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΜΥΘΟΙ & ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ Ο ΚΥΝΙΚΟΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟ 1821 ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΑΧΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΙ ΠΟΙΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ-ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΗΡΩΙΚΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΤΟΥ 1821 ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΤΕΧΝΕΣ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΗ-ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΕΧΝΗ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΠΩ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΦΩΤΟΘΗΚΗ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ-ΤΕΧΝΙΚΕΣ

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Ο Θεϊκός Ανθρωπομορφισμός


Του Γεράσιμου Γ. Γερολυμάτου

Από την Παλαιολιθική εποχή η ύπαρξη του θείου εννοήθηκε με δύο διαφορετικούς τρόπους αντίληψης και αποδόθηκε με δύο μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης οι οποίες είτε εναλλάσσονταν είτε συνυπήρχαν, η φετιχιστική και η ανθρωπόμορφη. Τα ανθρωπόμορφα, λεγόμενα «ειδώλια της Αφροδίτης», είναι από τα αρχαιότερα του είδους.


Δεκάδες χιλιάδες χρόνια μετά από τις σπηλαιογραφίες των προϊστορικών, η μαγική ιδέα της μεταφοράς των ιδιοτήτων και της ταύτισης του πρωτοτύπου - ή της ιδέας του πρωτοτύπου- με το είκασμα του, παρέμενε μια ζωντανή και αμετάβλητη πίστη. Όμως μια πολύ σημαντική εξέλιξη προέκυψε στους αιώνες που μεσολάβησαν. Η εξέλιξη αυτή είχε άμεσο αντίκτυπο στην πολιτιστική και διανοητική ωρίμανση του ανθρώπου, που άρχισε να συνειδητοποιεί τον εαυτό του, τραβώντας μια για πάντα τη διαχωριστική γραμμή που τον χώριζε από τον κόσμο των ζώων. Όσο ο άνθρωπος διαχωρίζεται από τον κόσμο των ζώων, συγκρίνοντας τον εαυτό του μαζί τους, αντιλαμβάνεται το τεράστιο κενό που τους χωρίζει.

Έτσι αναζητεί τις αιτίες αυτής της διαφοράς που τις αποδίδει στη γενναιόδωρη εύνοια των θεών. Αν ο άνθρωπος είναι το τελειότερο δημιούργημα των Θεών, πράγμα που αποδεικνύεται από το πνεύμα, τον πολιτισμό και την πρόοδο του, τότε οι Θεοί που τον έπλασαν του μοιάζουν και δε μπορούν να απεικονίζονται με τη μορφή ζώου. Έχουν όλα τα χαρακτηριστικά του και  αποτελούν την πρότυπη ομοίωσή του στην πιο τέλεια μορφή της. Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτά είναι και η αθανασία της ψυχής του ανθρώπου, κατά το μέτρο της αθανασίας του δημιουργού της. Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν η απομάκρυνση από την αρχική ανιμιστική αντίληψη των πρωτόγονων, προς ένα σταδιακό εξανθρωπισμό της θρησκευτικής συνείδησης στην πορεία του προς την αυτοσυνειδησία.

Ο ανθρωπομορφισμός των θεών εξέφρασε στην τέχνη τον εξανθρωπισμό, που είχε επιτευχθεί ήδη σε ένα βαθμό, στην συνείδηση του θρησκευτικού συναισθήματος. Ο ανθρωπομορφισμός σχετίζεται με την αναγνώριση του ιερού στοιχείου στον άνθρωπο. Όλα αυτά σήμαιναν μια ριζική αναθεώρηση του κόσμου και της σχέσης του με αυτόν. Αφορούσε τον νέο τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος άρχισε να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και την θεότητα, με ποιο τρόπο ερμήνευε το θρησκευτικό του συναίσθημα και με ποιές μορφές το εξέφραζε μέσα από τα έργα της τέχνης. Ο ίδιος ο άνθρωπος έγινε έτσι ένα ιδανικό φυσικό πρότυπο άξιο να υμνηθεί από την τέχνη.

Ειδώλιο νεολιθικής εποχής
Στην προϊστορική Ελλάδα κατά το τέρμα της Παλαιολιθικής περιόδου (περί το 12000 π.Χ) και σε όλη την Νεολιθική (μέχρι 3000 π.Χ), αναπαρίσταντο με πήλινα ειδώλια και σπανίως λίθινα, η θεότητα της γονιμότητας, υπό τη μορφή γυναίκας γυμνής, «στεατοπύγου», δηλαδή με πολύ εξογκωμένους τους γλουτούς και τους μαστούς, κάτω από τους οποίους φέρνει τα χέρια, στο σχήμα θηλαζούσης. Συνήθως παριστάνεται όρθια, σπανιότερα καθισμένη, και πιο σπάνια κρατάει παιδί. Ακόμη η θεότητα της γονιμοποίησης, υπό τη μορφή άνδρα ιθυφαλλικού, συνήθως καθισμένου. Σύμφωνα με τον καθ. της αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Απ. Αρβανιτόπουλο: «Εκ τούτων προκύπτει ότι ήδη έκτοτε η ελληνική θρησκεία, από των ριζών της δηλαδή, είνε πολυθεϊστική και ανθρωπόμορφος. Λατρεύεται η θεά Κουροτρόφος και ο Έρως ή Ερμής, ως αναφέρει η σοφή και εις ταύτα αρχαία ελληνική παράδοσις δια του Ηροδότου, λέγοντος ότι οι παλαιότατοι Έλληνες έμαθον παρά των Πελασγών να λατρεύωσι τον ιθυφαλλικόν Ερμήν»[1].

Μινωϊκή θεότητα
Ο ανθρωπομορφισμός της ελληνικής θρησκείας, ήταν αυτός που αντανάκλασε πληρέστερα μέσα από την τέχνη, αυτή τη μετατόπιση από την ανιμιστική βάση της πρωτόγονης θρησκευτικής αντίληψης προς την ανώτερη συνειδησιακά σφαίρα του ανθρωποκεντρισμού. Τα πράγματα, είχαν ήδη αρχίσει να γνωρίζουν μια σημαντική αλλαγή στον ελληνικό χώρο στη Μινωική και Μυκηναϊκή εποχή, ανάμεσα στα 2700-1100 π.Χ. Αντίθετα με την Νεολιθική εποχή, κατά την Μυκηναϊκή περίοδο, η θρησκεία των Ελλήνων αναπτύσσεται ραγδαία και πλουτίζεται σημαντικά με ποικιλία εκδηλώσεων και με παραστάσεις ωραιότερες και πολυμορφότερες. Η παλαιότερη γυναικεία θεότητα εξακολουθεί να επικρατεί και στη Μινωική Κρήτη, όμως τώρα παριστάνεται συνήθως γυμνή κατά το πάνω μέρος και κρατά διάφορα λατρευτικά σύμβολα, ενώ περιστοιχίζεται από ζωοκέφαλους δαίμονες και κρατά κάποτε όφεις ή μυστικές κίστεις. 

Οι αιγυπτιακοί θεοί μόνο σε μια μεταγενέστερη περίοδο, προσέλαβαν μια ανθρώπινη μορφή- ο Όσιρις εμφανίζεται πάντα με ανθρώπινη μορφή- αφού αρχικά ενσαρκώνονταν στις μορφές φυτών και ζώων τοτέμ, σύμφωνα με την προϊστορική ανιμιστική αντίληψη. Έτσι, η αιγυπτιακή αντίληψη παρέμεινε σε εγγύτερη σχέση με το προϊστορικό θρησκευτικό της παρελθόν, συγκρινόμενη με την νεότερή της ελληνική θρησκευτική συνείδηση, που μόλις στη 2η π.Χ χιλιετία, είχε αρχίσει να συγκροτεί τη βάση της μέσα από τις μυθολογικές παραδόσεις που διηγούνταν τη γέννηση του κόσμου και των ανθρωπόμορφων θεών της. 

Παρόλα αυτά οι επιδράσεις της Ανατολής παρέμεναν ισχυρές. Γύρω στα 1500-1200 π.Χ., γίνεται φανερή από τα ευρήματα η επίδραση στην ελληνική θρησκεία των Αιγυπτίων, Ασσυρίων και άλλων λαών με τους οποίους οι Μυκηναίοι είχαν συνεχή επικοινωνία. Τότε, κινδύνευσε η ανθρωπομορφία των θεοτήτων εξαιτίας των  ζωοκέφαλων θεών, ιδίως των αιγυπτιακών. Όμως παρόλη την φανερή επίδραση των πολιτισμών της ανατολής στην Ελλάδα και ιδιαίτερα εκείνου του αιγυπτιακού πολιτισμού με τον οποίο υπήρχαν στενές εμπορικές σχέσεις, η ωραία ανθρωπόμορφη απεικόνιση των θεών υπερίσχυσε αυτών, ώστε γύρω στα 1200 π.Χ., διαμορφώθηκε τέλεια και οριστικά η ανθρωπόμορφη πολυθεϊστική θρησκεία των υψηλότερων αντιλήψεων, όπως αυτή εμφανίστηκε στα ομηρικά έπη και αργότερα στην ιστορική Ελλάδα.

Οι Έλληνες, αν και πολύ καθυστερημένοι, όταν κατέβηκαν από τις άγριες και σκυθρωπές χώρες του βορρά, ήταν όμως επιδεικτικότατοι πολιτισμού. Διότι λίγο σχετικά χρόνο, μετά από την άφιξή τους στις ελληνικές χώρες, δημιούργησαν τον πολύ αξιόλογο μυκηναϊκό πολιτισμό, ο οποίος έλαβε μεν άπειρα δάνεια από τον υπέροχο κρητικό (μινώον) πολιτισμό, τήρησε όμως απέναντί του και πλήρη ανεξαρτησία σε πολλά σημαντικά σημεία, όπως λ.χ. στην κεραμική. Σύμφωνα με τον Alan Wace, «οι Μυκηναίοι μιμήθηκαν την τέχνη των Μινωϊτών, αλλά δημιούργησαν και τη δική τους αφηρημένη και τεκτονικά οργανωμένη. Οι Μινωϊτες ασπάστηκαν τη φυσιοκρατία, ενώ οι Μυκηναίοι την ευρυθμία, τη συμμετρία και το αγωνιστικό πνεύμα. Παρόλα αυτά τα μινωϊκά εξωτερικά της γνωρίσματα, η μυκηναϊκή θρησκεία είχε έντονο το ανθρωπομορφικό στοιχείο».

Ζευς
Οι Θεοί, που έμελλε να κατοικήσουν στον Όλυμπο, ο Δίας, η Ήρα, ο Ποσειδώνας, ο Ερμής και η Αθηνά (τότε ήταν Θεά του πολέμου αντί του Άρη) ήταν ήδη γνωστοί στη μυκηναϊκή εποχή και λατρεύονταν, ανάμεσα στα 1600-1100 π.Χ, όπως φανερώνει η αποκρυπτογράφηση πινακίδων της γραμμικής γραφής β΄, που βρέθηκαν στην Πύλο και στις οποίες αναφέρονται ονομαστικά[2]. Αυτό επαληθεύει τον ισχυρισμό του Ηροδότου, για το ότι τα ονόματα των θεών ήταν ήδη γνωστά στους Μυκηναίους, προ της εποχής του Ομήρου. Τα ευρήματα που προέρχονται από την Κρήτη, την Πελοπόννησο και την Θεσσαλία, αποδεικνύουν ότι κατά την Μυκηναϊκή περίοδο οι γνωστές διαμορφωμένες θεότητες είχαν ήδη πάρει από τους πιστούς και ιδιαίτερο οίκο, τέμενος, ναϊσκο, όπου λατρεύονταν ειδικά, δεχόμενες από τους πιστούς θυσίες και αφιερώματα ακόμη και πνευματική λατρεία που εκδηλωνόταν με δεήσεις, προσευχές και προσκυνήσεις υψηλότερες των υλικών προσφορών. Έτσι, η ελληνική θρησκεία είχε φτάσει στη πλήρη εντέλεια και διαμόρφωσή της περί το 1300-1100 π.Χ. Είχε μάλιστα τόσο βαθιές ρίζες, ώστε η καταστροφή που ήρθε κατά την ημιβάρβαρη μεσαιωνική περίοδο της λεγόμενης «Γεωμετρικής εποχής» (1100-800 π.Χ.), δε στάθηκε δυνατό να την εξαφανίσει. Έτσι μετά την κάθοδο των Δωριέων, οι θεοί του Ομήρου, αν και υποχώρησαν προς στιγμήν, επανήλθαν στην ψυχή των ανθρώπων της Γεωμετρικής εποχής, ως παλαιοί γνώριμοι.

Οι ανατολικές επιδράσεις αφομοιωμένες μέσα από το φίλτρο των διαφορετικών κοινωνικών και θρησκευτικών συνθηκών και της ψυχοσύνθεσης των ελληνικών φυλών, δε στάθηκε δυνατό να μετατοπίσουν την προσήλωση της ελληνικής θρησκείας και της τέχνης προς τον άνθρωπο. Αυτό διαφοροποίησε ριζικά τις μέχρι τότε κοντινές τέχνες των δύο λαών και τους προσανατολισμούς τους, με συνέπεια τη σταδιακή αλλαγή στο ύφος και στη μορφή της ελληνικής τέχνης. Αυτή η ανθρωπιστική τέχνη πέτυχε να αποκορυφώσει την ανεξάρτητη πορεία της στην κλίμακα της αυτοσυνειδησίας, μερικούς αιώνες αργότερα, μέσα από την τελειότητα  του κλασικού ύφους.

Απόλλων
Η νέα αντίληψη ήταν συνέπεια της πνευματικής προόδου που είχε στο μεταξύ επιτελεστεί. Ο H. Read γράφει σχετικά[3]: «Αυτή η φιλοσοφία (των αρχαίων Ελλήνων) ήταν ανθρωπομορφιστική στο είδος. Πρόβαλε όλες τις ανθρώπινες αξίες και δεν έβλεπε στους θεούς τίποτ΄άλλο έξω απ΄τον άνθρωπο. Τόσο η τέχνη όσο και η θρησκεία ήταν μια ιδεαλιστικοποίηση της φύσης, και ιδιαίτερα του ανθρώπου ως του κατ΄εξοχήν σημείου στο προτσές της φύσης». Ο Η. Τain αναφέρει[4] για τον ανθρωπομορφισμό της αρχαίας ελληνικής θρησκείας: «Προχωρώντας ακόμη περισσότερο, θεωρούσαν την τελειότητα του γυμνού σώματος ως ιδιότητα της θεότητας (…) Η Ελλάς, αφού έκαμε το ωραίο ανθρώπινο ζώο πρότυπό της, το έκαμε κατόπιν είδωλό της, δοξάζοντάς το στη γη και θεοποιώντας το στον ουρανό.(…) Έπειτα οι θεοί έχοντας ανθρώπινα σώματα, αρμονικώτερα και τελειότερα των άλλων ανθρώπων, είναι φυσικό να αναπαρίστανται με αγάλματα.(…) Για να του είναι αληθινή εικόνα, αρκεί το άγαλμα να είναι άριστο και ν΄αποδίδει την αθάνατη γαλήνη που μ΄αυτήν ο θεός υψούται πάνω από μας».

Από το 800 π.Χ., η ποίηση και η τέχνη παρείχαν τη μεγαλύτερη συμβολή στην επικράτηση της θρησκείας της πολυθεϊστικής ανθρωπομορφίας, έτσι ώστε οι θεοί έλαβαν την πλήρη εικονική τους διαμόρφωση κατά την εποχή της μεγάλης ακμής της Ελληνικής Ιστορικής Περιόδου, ανάμεσα στα 750 π.Χ-50 μ.Χ.. Στην παραπέρα εξέλιξη και διαμόρφωση της Ελληνικής θρησκείας έπαιξαν ρόλο τόσο οι φιλοσοφικές, όσο και οι ξένες επιδράσεις.

(Το κείμενο αποτελεί μέρος της μελέτη μου με τον τίτλο: «ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑ-Μια επισκόπηση της ανάπτυξης του πολιτισμού», Β΄Μέρος: ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, Κεφ 1. ΟΙ ΤΕΧΝΕΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΣ, παρ. 1.7)



[1] ΕΓΚ. ΛΕΞ. ΕΛΕΥΘ.: Απ. Αρβανιτόπουλος-Τόμος 5ος. σ. 355. Αθήνα
[2] ΚΑΡ. ΜΠΡΟΥΣΑΛΗΣ: (περιοδικό εφημ. Έθνος «Πατριδογνωσία-Πελοπόννησος») 17-8-2003 (τευχ. 79, σ. 6,8,20)
[3] HERBERT READ: «Φιλοσοφία της Μοντέρνας Τέχνης». σ. 19. Εκδ. Κάλβος-Αθήνα, (μετ. Σ. Ροζάνης)
[4] Η. ΤAIN: «Φιλοσοφία της Τέχνης», σ. 61, Εκδόσεις Γκοβόστη, (μετ. Αιμ. Χουρμούζιου).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...