ΠΡΟΣΩΠΑ

ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΤΥΜΒΟΥ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΓΕΡ. ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΥ ΑΡΘΡΑ-ΔΟΚΙΜΙΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗ ΔΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΑ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ. ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 12ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 15ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 13ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 15ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΛΟΓΟΤΡΟΠΙΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ-ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΜΥΘΟΙ & ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ Ο ΚΥΝΙΚΟΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟ 1821 ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΑΧΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΙ ΠΟΙΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ-ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΗΡΩΙΚΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΤΟΥ 1821 ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΤΕΧΝΕΣ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΗ-ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΕΧΝΗ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΠΩ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΦΩΤΟΘΗΚΗ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ-ΤΕΧΝΙΚΕΣ

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Ο Ηπειρώτης ζωγράφος και μοναχός Νικηφόρος, (16ος αιώνας)

Ιωάννης Π. Χουλιαράς
Οι τοιχογραφίες του καθολικού της μονής Προφήτη Ηλία στους Γεωργουτσάτες ∆ρόπολης στη βόρεια Ήπειρο (1585/6) και το έργο του ζωγράφου Νικηφόρου, ενός από τους τελευταίους εκπροσώπους της κρητικής σχολής.



«ια χειρός Νικηφόρου μοναχού» φιλοτεχνήθηκαν οι τοιχογραφίες του κυρίως ναού του καθολικού της μονής Προφήτη Ηλία στους Γεωργουτσάτες ∆ρόπολης (1585/6). Στο εργαστήριό του αποδίδεται και το μεγαλύτερο τμήμα του διακόσμου των μονών ∆ρυάνου και ∆ούβιανης. Ο Νικηφόρος ακολουθεί τις εικονογραφικές και εκφραστικές επιλογές της κρητικής σχολής και κατά συνέπεια πρέπει να τον θεωρήσουμε ως έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της, που πιθανώς να μαθήτευσε από μικρή ηλικία κοντά σε κρητικά συνεργεία κυρίως των Μετεώρων.




Το όνοµα του ζωγράφου Νικηφόρου, που υπογράφει ως Νικηφόρος µοναχός, µας είναι γνωστό από την κτητορική επιγραφή στο δυτικό τοίχο του κυρίως ναού του καθολικού της µονής Προφήτη Ηλία στους Γεωργουτσάτες ∆ρόπολης στη βόρεια Ήπειρο: ΕΤΟΥΣ [ΖϠ]∆ΙΣΤΟΡΗΘΗ Ο ΘΕΙΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ [Π]ΡΟΦΗΤ[ΟΥ] ΗΛΙ/ΟΥ ∆ΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ. ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΚΥΡΟΥ (…) [ΙΕΡΟ]/[ΜΟΝ]ΑΧΟΥ. Το καθολικό της µονής Προφήτη Ηλία είναι τρίκογχος καµαροσκέπαστος ναός µε νάρθηκα και εξωνάρθηκα στη δυτική πλευρά, ενώ στη βόρεια πλευρά από το µέσον του χορού και µέχρι τον εξωνάρθηκα υπάρχει σειρά µε τυφλά αψιδώµατα, που στηρίζονται σε κίονες και πεσσούς. Η τοιχογράφηση του κυρίως ναού πραγµατοποιήθηκε, σύµφωνα µε την επιγραφή, στα 1585/6, ενώ ο νάρθηκας ιστορήθηκε στα 1616/7 από τον Λινοτοπίτη Μιχαήλ. Μέχρι σήµερα δεν γνωρίζουµε άλλο ενυπόγραφο έργο του µοναχού Νικηφόρου.


Οι εικονογραφικές και θεµατικές επιλογές του µοναχού Νικηφόρου στο καθολικό της µονής µάς οδηγούν σε πρότυπα της κρητικής σχολής, µε ανύπαρκτες σχεδόν επιρροές από την τοπική ηπειρωτική παράδοση του 16ου αιώνα, που κυριαρχείται από την ισχυρή παρουσία της σχολής της βορειοδυτικής Ελλάδας. Όλες σχεδόν οι σκηνές του καθολικού ιστορούνται στα πρότυπα κυρίως της µονής Αναπαυσά και λιγότερο σε αυτά των µονών Λαύρας, Σταυρονικήτα, ∆ιονυσίου, Μεγάλου Μετεώρου, ∆ουσίκου, ∆οχειαρίου και Ρουσάνου, ενώ δεν είναι λίγες και οι επιρροές από τη µονή Ξενοφώντος.

Πρέπει να τονίσουµε ότι µε παρόµοιο τρόπο αναπτύσσεται το εικονογραφικό πρόγραµµα και ιστορούνται όλες σχεδόν οι κοινές σκηνές σε δύο γειτονικές µονές, της Κοιµήσεως Θεοτόκου ∆ρυάνου και Γενεσίου Θεοτόκου ∆ούβιανης, που όπως θα δούµε πιο κάτω εντάσσονται στην καλλιτεχνική παραγωγή του συνεργείου του Νικηφόρου.


Ο Νικηφόρος στην ανάπτυξη των θεµάτων του παρουσιάζεται συντηρητικός και οι συνθέσεις του είναι λιτές µε τα απαραίτητα πάντα πρόσωπα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Υπάρχει σχετική ισορροπία τοπίου και ανθρώπινης παρουσίας, αλλά ορισµένες φορές οι µορφές αποδίδονται µε µικρογραφική διάθεση µπροστά στο φυσικό τοπίο, κυρίως στα πρώτα έργα του ζωγράφου.

Στα καθολικά των µονών αυτών εντοπίζουµε ακριβώς τις ίδιες εικονογραφικές επιλογές µε τη χρήση κοινών ανθιβόλων, το ίδιο εικονογραφικό πρόγραµµα – πιο περιορισµένο βέβαια στο µικρότερο καθολικό της µονής Προφήτη Ηλία – και τις ίδιες εκφραστικές και τεχνοτροπικές λεπτοµέρειες. Στο πρώτο έργο του Νικηφόρου, τη µονή ∆ρυάνου, είναι πρόδηλη η αδυναµία του στο σχεδιασµό των προσώπων και στην οργάνωση των σκηνών, ενώ στη µονή ∆ούβιανης τα πρόσωπα αποκτούν πλαστικότητα και στις σκηνές υπάρχει µεγαλύτερη ισορροπία τοπίου και µορφών. 


Και στα δύο καθολικά είναι εµφανής η παρουσία του Νικηφόρου σχεδόν στο σύνολο των παραστάσεων, µε εξαίρεση ορισµένες σκηνές του νάρθηκα της µονής ∆ρυάνου, που πιθανώς να φιλοτεχνήθηκαν σε µεταγενέστερη φάση και ίσως κάποιες παραστάσεις ή λεπτοµέρειες παραστάσεων του κυρίως ναού της µονής ∆ούβιανης, αλλά απαιτείται η πληρέστερη µελέτη των δύο αυτών µνηµείων για να προχωρήσουµε σε πιο ασφαλή συµπεράσµατα, καθώς το µέγεθός τους συνηγορεί στη συµµετοχή συνεργείου στη διακόσµησή τους και όχι ενός µόνο ζωγράφου. Καθοριστικός, επίσης, παράγοντας για την ταύτιση του βασικού ζωγράφου αυτών των ναών µε τον Νικηφόρο αποτελεί ο γραφικός χαρακτήρας, που είναι ο ίδιος και στα τρία καθολικά. Σχετικά µε τη γραφή του Νικηφόρου πρέπει να παρατηρήσουµε ότι σπάνια προτιµά τις συντµήσεις, ακόµη και για τη γραφή του «στίγµα», του «και» ή του διφθόγγου «ου», και γράφει κατά κανόνα ορθογραφηµένα.


Ο ζωγράφος Νικηφόρος αποτελεί ξεχωριστή, αλλά πιστεύουµε όχι µοναδική, περίπτωση στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της Ηπείρου, καθώς υιοθετεί αποκλειστικά σχεδόν τις εικονογραφικές και εκφραστικές εκζητήσεις της κρητικής σχολής και όχι της σχολής της βορειοδυτικής Ελλάδας, που µε τα µέχρι τώρα δεδοµένα γνωρίζαµε ότι κυριαρχούσε στην καλλιτεχνική παραγωγή της Ηπείρου κατά τον 16ο αιώνα. Πρέπει λοιπόν να επαναδιατυπώσουµε την άποψη ότι εκπρόσωποι της κρητικής σχολής δεν εργάστηκαν στο χώρο της Ηπείρου και να δούµε υπό νέο πρίσµα την τέχνη του 16ου αιώνα στην περιοχή, γιατί η δράση του Νικηφόρου δεν απέχει πολύ χρονικά από αυτή του Τζώρτζη και η τέχνη του τείνει να εκφράσει µε συνδυαστική αντίληψη τόσο την τέχνη του Θεοφάνη, όσο και του Τζώρτζη, γεγονός που δηλώνει άµεση επαφή µε το έργο των δύο αυτών βασικών εκπροσώπων της κρητικής σχολής µε τη χρήση ακόµη και κοινών ανθιβόλων. Βέβαια η καλλιτεχνική ποιότητα του έργου του Νικηφόρου δεν µπορεί να συγκριθεί µε αυτή των έργων του Θεοφάνη ή του Τζώρτζη, ωστόσο ο ζωγράφος προσπαθεί είτε µε συγκεκριµένες λεπτοµέρειες στο πλάσιµο των γυµνών µερών, είτε µε τη χρήση παρόµοιων χρωµάτων, είτε τέλος µε ανάλογη διακοσµητική διάθεση να πλησιάσει τους µεγάλους εκπροσώπους της κρητικής σχολής. Πρέπει να θεωρήσουµε κατά συνέπεια τον Νικηφόρο ως έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της σχολής αυτής κατά το 16ο αιώνα, που πιθανώς να µαθήτευσε από πολύ µικρή ηλικία κοντά σε κρητικά συνεργεία, ίσως των Μετεώρων.


Το έργο του επηρεάζει, ως πιο κοντινό, και λίγα µνηµεία του 17ου αιώνα στην Ήπειρο, όπου εµφανίζονται περισσότερο ή λιγότερο τάσεις της κρητικής ζωγραφικής, όπως είναι ο Άγιος Αθανάσιος Κλειδωνιάς και η Παναγία στη Βελτσίστα. ∆εν αποκλείεται ο Νικηφόρος να καταγόταν µεν από την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου, αλλά το Άγιον Όρος και κυρίως τα Μετέωρα να αποτέλεσαν το λίκνο της πνευµατικής και καλλιτεχνικής του ολοκλήρωσης κοντά στους µεγάλους εκπροσώπους της κρητικής σχολής ή τουλάχιστον στους συνεχιστές τους.

Πηγές:



Εικόνες εδώ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...