ΠΡΟΣΩΠΑ

ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΤΥΜΒΟΥ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΓΕΡ. ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΥ ΑΡΘΡΑ-ΔΟΚΙΜΙΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗ ΔΥΤΙΚΗ ΑΘΗΝΑ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ. ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 12ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 15ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 13ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 15ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΛΟΓΟΤΡΟΠΙΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ-ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΜΥΘΟΙ & ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ Ο ΚΥΝΙΚΟΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟ 1821 ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΑΧΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΙ ΠΟΙΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ-ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΗΡΩΙΚΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΤΟΥ 1821 ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΕΧΝΕΣ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΗ-ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΕΧΝΗ-ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΕΧΝΗ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΠΩ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΤΕΧΝΗ-ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΦΩΤΟΘΗΚΗ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ-ΤΕΧΝΙΚΕΣ

Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

Ἕνα συγκλονιστικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ Ἀπομνημονεύματα ἑνός πραγματικοῦ Ἕλληνα

Τότε, κε πο καθόμουν ες τ περιβόλι μου κα τρωγα ψωμί, πονώντας π τς πληγές, που λαβα ες τν γώνα κα περισσότερο πονώντας δι τς μέσα πληγς που δέχομαι δι τ σημεριν δειν τς Πατρίδος, λθαν δύο πιτήδειοι, νθρωποι τν γραμμάτων, μισομαθες κα θρησκοι, κα μο ξηγνται τσι· «Πουλς λλάδα, Μακρυγιάννη».

 γώ, στν θλιαν κατάστασίν μου, τος λέγω· «δελφοί, μ δικετε. λλάδα δν πουλάω, νοικοκυραγοι μου. Τέτοιον γαθν πολυτίμητον δν χω ες τν πραμάτειάν μου. Μ κα ν τό ’χα, δν τό δινα κανενός. Κι ν πουλιέται λλάδα, δν γοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τν κόσμον σες, λογιώτατοι, ν μ θέλη ν γοράση κάτι τέτοιο».

φυγαν ατοί. Κ κατσα σ μίαν πέτραν μόνος κα κλαιγα. Μισς νθρωπος καταστάθηκα π τ ντουφέκι το Τούρκου, τσακίστηκα ες τς περιστάσεις το γώνα κα κυνηγιέμαι κα σήμερον. Κυνηγινται κα λλοι γωνιστς πολ καλύτεροί μου, διότι γ εμαι τελευταος κα χειρότερος. Κα ο πι καλύτεροι λων φανίστηκαν. Ατο πο θυσίασαν ρετ κα πατριωτισμόν, γι ν επωθ λεύτερη λλάδα, κ χάθηκαν φαμελις λωσδιόλου, επαν ν ζητήσουν να ποδειχτικν πο ν λέγη τι τρεξαν κι ατο ες τν πηρεσίαν τς Πατρίδος κα Τορκο δν φηκαν ντουφέκιγο.

Πγε νὰ᾽ νεργήση Κυβέρνηση, κα βγκαν κάτι τσασίτες κα σπιγονοι, πο δουλεύουν μσος κα διοτέλεια, κα επαν «χι», κα επαν κα βρισις παλις δι τος γωνιστές, γι ν μν πάρουν τ ποδειχτικόν, να χαρτ πο δν κάνει τίποτες γρόσια.

Πατρίδα, ν θυμσαι σ ατος που, δι τν τιμν κα τν λευτερίαν σου, δν λογάριασαν θάνατο κα βάσανα. Κι ν σ τος λησμονήσης, θ τος θυμηθον ο πέτρες κα τ χώματα, που χυσαν αματα κα δάκρυα.

Θεέ, συχώρεσε τος παντίδους, πο θέλουν ν μς πάρουν τν γέρα πο ναπνέομεν κα τν τιμν πο μ ντουφέκι κα γιαταγάνι πήραμε. μες τ χρέος, τ κατ δύναμιν, πράξαμεν. Κα ατο βγκαν σήμερον ν προκόψουν τν Πατρίδα. Μς γέμισαν φατρία κα διχόνοιαν. Κα τν Πατρίδα δν τν θέλουν μητέρα κοινή· μορόζα (=γαπητικιά) ες τ κρεβάτια τους τν θέλουν. Γι ατ περνον κ ρεθίζουν τν κόσμον μ τέχνες κα καμώματα.

Κα καζαντίσαν ατο πουγγι κα γαθά, κα φήκαν τος γωνιστές, τς χρες κα τ ρφαν ες τν κρην. Ατο εναι ο νθρώπινοι λύκοι, πο φέραν δυστυχήματα κα κίντυνον ες τν τόπον. ς ψωνται.


Τότε πο Τουρκι κατέβαινε π τ ντερβένια κα λίγοι τρεχαν μ λίγα ντουφέκια, μ τριχις δεμένα, ν πολεμήσουν, θέλοντας λευτερίαν θάνατον, ο φρόνιμοι σφάλιζαν τς φαμελιές τους ες τ νησι κι ατο τρέχαν ες ρεματις κα βουνά, μ βλέποντας ποτ Τούρκου πρόσωπον. Κι ταν κογαν τ ντισμπάρκα τν Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους τν Πατρίδα κα κυνηγον τος γωνιστές.

γίναμε θηρία πο θέλουν κριγιάτα (=κρέατα) νθρωπιν ν χορτάσουν. Κα χωρίζουν τν κόσμον σ πατριτες κα ντιπατριτες. Ατο γίναν ο σημαντικο τς Πατρίδος κα ο λλοι ν χαθον. Δν ξηγινται γλυκότερα ν φυλάξωμεν Πατρίδα κα ν δομεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δν φτειάχνεται χωρς ολοι ν θυσιάσουν ρετν κα πατριωτισμόν· κα χωρς ν πάψη μέσα, δική μας τυραγνία.

Κα βγκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερντες, λληνες, σπορ τς βραιουργις, πο επαν ν μς σβήσουν τν γία Πίστι, τν ρθοδοξία, διότι Φραγκι δν μς θέλει μ τέτοιο ντύμα ρθόδοξον.

Κα κάθησα κα κλαιγα δι τ νέα παθήματα. Κα πγα πάλιν ες τος φίλους μου τος γίους. ναψα τ καντήλια κα λιβάνισα λιβάνιν καλν γιορείτικον. Κα σκουπίζοντας τ δάκρυά μου τος επα· «Δν βλέπετε πο θέλουν ν κάμουν τν λλάδα παλιόψαθα; Βοηθστε, διότι μς παίρνουν, ατο ο μισοέλληνες κα θρησκοι, ,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικν χομεν. Φραγκεμένους μς θέλουν τ τσογλάνια το τρισκατάρατου το Πάπα. Μν φήσετε, γιοί μου, ατ τ γκιντ πουλημένα κριγιάτα τς τυραγνίας ν μασκαρέψουν κα ν φανίσουν τος λληνες, κάνοντας περισσότερα κακ π ατ πο καταδέχθηκεν Τορκος ς τίμιος χθρός μας».

νας δικός μου γωνιστς μο φερε κα μο διάβασεν να παλαιν χαρτί, πο γραψεν κοντομερίτης μου γιος παπς, Κοσμς Ατωλός. Τν κρέμασαν ες να δέντρον Τορκοι κα βραῖοι, διότι ἔτρεχεν ὁ εὐλογημένος παντοῦ καὶ ἐδίδασκεν Ἑλλάδα, Ὀρθοδοξία καὶ Γράμματα.

Ἔγραφεν ὁ μακάριος ἐκεῖνος ὅτι· «Ἕνας ἄνθρωπος νὰ μὲ ὑβρίση, νὰ φονεύση τὸν πατέρα μου, τὴν μητέρα μου, τὸν ἀδελφόν μου καὶ ὕστερα τὸ μάτι νὰ μοῦ βγάλη, ἔχω χρέος σὰν χριστιανὸς νὰ τὸν συγχωρήσω. Τὸ νὰ ὑβρίση τὸν Χριστόν μου καὶ τὴν Παναγία μου, δὲν θέλω νὰ τὸν βλέπω».

Τὸ χαρτὶ τοῦ πατέρα Κοσμᾶ ἔβαλα καὶ μοῦ τὸ ἐκαθαρόγραψαν. Καὶ τὸ ἐκράτησα ὡς Ἅγιον Φυλαχτόν, ποὺ λέγει μεγάλην ἀλήθειαν. Θὰ πῶ νὰ μοῦ γράψουν καλλιγραφικὰ καὶ τὸν ἄλλον ἀθάνατον λόγον του, «τὸν Πάπαν νὰ καταρᾶσθε ὡς αἴτιον». Θέλω νὰ τὸ βλέπω κοντὰ στὰ᾽ κονίσματά μου, διότι τελευταίως κάποιοι δικοί μας ἀνάξιοι λέγουν ὅτι, ἂν τὰ φτειάξουμε μὲ τὸν δικέρατον Πάπαν, θὰ ὀλιγοστέψουν οἱ κίντυνοι, τὰ βάσανα καὶ ἡ φτώχεια μας, τρομάρα τους.

Καὶ εἶπαν οἱ ἄθρησκοι ποὺ ἐβάλαμεν εἰς τὸν σβέρκο μας νὰ μὴ μανθάνουν τὰ παιδιά μας Χριστὸν καὶ Παναγίαν, διότι θὰ μᾶς παρεξηγήσουν οἱ ἰσχυροί. Καὶ βγῆκαν ἀκόμη νὰ᾽ποτάξουν τὴν Ἐκκλησίαν, διότι ἔχει πολλὴν δύναμη καὶ τὴν φοβοῦνται. Καὶ εἶπαν λόγια ἄπρεπα διὰ τοὺς παπᾶδες.

Ἐμεῖς, μὲ σκιάν μας τὸν Τίμιον Σταυρόν, ἐπολεμήσαμεν ὁλοῦθε, σὲ κάστρα, σὲ ντερβένια, σὲ μπογάζια καὶ σὲ ταμπούργια. Καὶ αὐτὸς ὁ Σταυρὸς μᾶς ἔσωσε. Μᾶς ἔδωσε τὴν νίκη καὶ ἔχασε (=ὡδήγησε σὲ ἧττα) τὸν ἄπιστον Τοῦρκον. Τόση μικρότητα στὸν Σταυρό, τὸν σωτήρα μας!

Καὶ βρίζουν οἱ πουλημένοι εἰς τοὺς ξένους καὶ τοὺς παπᾶδες μας, τοὺς ζυγίζουν ἄναντρους καὶ ἀπόλεμους. Ἐμεῖς τοὺς παπᾶδες τοὺς εἴχαμε μαζὶ εἰς κάθε μετερίζι, εἰς κάθε πόνον καὶ δυστυχίαν. Ὄχι μόνον διὰ νὰ βλογᾶνε τὰ ὅπλα τὰ ἱερά, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ μὲ ντουφέκι καὶ γιαταγάνι, πολεμώντας σὰν λεοντάρια.

Ντροπή, Ἕλληνες!

Στρατηγὸς Μακρυγιάννης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...